Άδειασε ο «σάκος του μποξ» της αμετροεπούς μου καρδιάς.
Η πυγμαχία των μεταβλητών μου συναισθημάτων εγκαταλείφθηκε.
Εφόσον ορκίζεσαι συναισθηματικός «ισορροπιστής»,
δε χωρούν «ψηφιδωτά υπονοούμενα» σε μια ξάστερη ψυχή.
«Γυάλισες» ανθρώπους.

Χαμογέλα γι’ αυτό το τίμημα.
Ενυδάτωσες αφυδατωμένες καρδιές.
Άπλωσες τα σφυρηλατημένα σου χέρια
σ’ έναν ματωμένο άνεμο που σε παρέσυρε.

Μη μου φέρνεις πετσέτα.
Θέλω να θυμάμαι πως, όταν ο άνεμος με στριφογύριζε και μ’ έβαφε με αίμα,
εγώ έψαχνα ένα σύννεφο να πιαστώ.

Κούμπωσε το παλτό σου
και κάνε περιστροφή εκατόν ογδόντα μοιρών..
Μη φοβάσαι την έξοδο κινδύνου.
Την έχεις ήδη σεργιανίσει.

Γίνε καράβι πελαγίσιο
και βρες τον ήλιο που έχασες.

Στη στοιχειωμένη πια διαδρομή σου,
γύρισε στον εαυτό σου
και δώσε του ένα φιλί στοργικό
στο καρτερικό του μέτωπο.

Δεν είναι και λίγο
να αγγίζεις το έδαφος
με τα δάχτυλα των κάτω άκρων σου
και να επιλέγεις ξανά να αγγίξεις
έναν μεθυσμένο και ιδανικά συννεφιασμένο ουρανό.

Συντάκτης: Μαριάντζελα Παππά