Υπάρχει κάτι πιο τρομακτικό από το να σου λέει κάποιος ψέματα; Να σου λέει ψέματα ο ίδιος σου ο εγκέφαλος. Και το χειρότερο είναι ότι δεν το κάνει από κακία. Δεν προσπαθεί να σε εξαπατήσει. Δεν έχει κάποια σκοτεινή πρόθεση. Αντιθέτως, πιστεύει πως σε βοηθάει. Γιατί ο εγκέφαλος δεν ενδιαφέρεται τόσο για την αλήθεια όσο για τη συνοχή.
Εμείς μεγαλώσαμε πιστεύοντας ότι η μνήμη λειτουργεί σαν ένα παλιό συρτάρι. Ότι κάθε εμπειρία μπαίνει μέσα σε έναν φάκελο και, όταν τη χρειαστούμε, αρκεί να τον ανοίξουμε. Σαν μια εσωτερική βιβλιοθήκη, όπου όλα είναι ταξινομημένα, άθικτα και διαθέσιμα. Μόνο που αυτό δεν συμβαίνει ποτέ. Η μνήμη δεν είναι αρχείο, είναι μυθιστόρημα. Και ο συγγραφέας του ξαναγράφει κάθε κεφάλαιο κάθε φορά που το διαβάζει.
Ίσως γι’ αυτό δύο άνθρωποι μπορούν να ζήσουν ακριβώς την ίδια στιγμή και, χρόνια αργότερα, να μιλούν λες και βρέθηκαν σε δύο διαφορετικούς κόσμους. Ο ένας θυμάται μια μητέρα αυστηρή, ο άλλος μια μητέρα προστατευτική. Ο ένας θυμάται έναν έρωτα που τον διέλυσε, ο άλλος θυμάται τον ίδιο έρωτα σαν τη μοναδική φορά που ένιωσε πραγματικά ζωντανός.
Ποιος έχει δίκιο;
Η πιο άβολη απάντηση είναι ότι ίσως δεν έχει κανείς. Η γνωστική ψυχολογία έχει αποδείξει εδώ και δεκαετίες ότι η μνήμη δεν ανασύρεται. Ανακατασκευάζεται. Κάθε φορά που θυμόμαστε κάτι, ο εγκέφαλος δεν ανοίγει ένα ντουλάπι. Παίρνει λίγα κομμάτια από αυτό που συνέβη, τα αναμειγνύει με όσα πιστεύουμε σήμερα, με όσα νιώσαμε στο μεταξύ, με όσα μας είπαν οι άλλοι και με όσα έχουμε ανάγκη να βγάζουν νόημα.
Και ύστερα μας το παρουσιάζει σαν αντικειμενικό γεγονός. Με απόλυτη αυτοπεποίθηση.
Η ψυχολόγος Elizabeth Loftus πέρασε τη ζωή της μελετώντας αυτό το φαινόμενο. Έδειξε ότι άνθρωποι μπορούσαν να αποκτήσουν αναμνήσεις από γεγονότα που δεν είχαν συμβεί ποτέ. Όχι απλώς να τα πιστέψουν. Να τα θυμούνται. Να περιγράφουν πρόσωπα, ήχους, μυρωδιές, συναισθήματα.
Σκέψου το λίγο. Αν ο εγκέφαλός σου μπορεί να δημιουργήσει μια ανάμνηση από το μηδέν, τότε πόσο βέβαιος μπορείς να είσαι για όλες τις υπόλοιπες; Κι όμως, υπάρχει ένας λόγος που συμβαίνει αυτό: ο εγκέφαλος δεν είναι ιστορικός, είναι επιζών. Δεν τον ενδιαφέρει να καταγράψει με ακρίβεια τι έγινε στις 14 Μαΐου του 2013, στις 18:42 το απόγευμα. Τον ενδιαφέρει να βγάλει συμπέρασμα.
«Αυτός ο άνθρωπος είναι επικίνδυνος.»
«Οι σχέσεις πληγώνουν.»
«Δεν μπορώ να εμπιστευτώ κανέναν.»
«Δεν αξίζω αρκετά.»
Αυτό κρατάει. Τα υπόλοιπα τα συμπληρώνει στην πορεία. Και κάπως έτσι γεννιούνται οι προσωπικοί μας μύθοι. Όχι εκείνοι που λέμε στους άλλους. Εκείνοι που λέμε στον εαυτό μας. Γιατί όλοι κουβαλάμε μια ιστορία για το ποιοι είμαστε. Ο δυνατός, ο παρατημένος, ο άνθρωπος που πάντα δίνει περισσότερα, ο άνθρωπος που δεν αγαπήθηκε ποτέ, ο άνθρωπος που πάντα τον προδίδουν.
Το παράξενο είναι ότι όσο περισσότερο επαναλαμβάνουμε αυτή την ιστορία, τόσο περισσότερο ο εγκέφαλος αρχίζει να ψάχνει αποδείξεις ότι είναι αληθινή. Κι εδώ εμφανίζεται μια άλλη γνωστική διαδικασία: η επιβεβαιωτική προκατάληψη (confirmation bias). Δεν θυμόμαστε ουδέτερα. Θυμόμαστε επιλεκτικά. Δίνουμε μεγαλύτερο βάρος σε όσα επιβεβαιώνουν την εικόνα που έχουμε ήδη σχηματίσει και αφήνουμε στην άκρη όσα την αμφισβητούν. Έτσι, κάποιος που πιστεύει ότι όλοι τον απορρίπτουν θα θυμάται με απίστευτη λεπτομέρεια τις φορές που αγνοήθηκε και θα ξεχνά σχεδόν ολοκληρωτικά τις φορές που αγαπήθηκε. Όχι επειδή είναι αχάριστος, αλλά επειδή ο εγκέφαλος λατρεύει τη συνέπεια, ακόμα κι όταν αυτή η συνέπεια τον πονάει. Και κάπου εδώ η επιστήμη γίνεται σχεδόν ποιητική.
Οι νευροεπιστήμονες χρησιμοποιούν τον όρο memory reconsolidation. Κάθε φορά που ανακαλείς μια ανάμνηση, αυτή γίνεται προσωρινά εύπλαστη. Δεν τη θυμάσαι απλώς. Την ξαναγράφεις πριν αποθηκευτεί ξανά. Με άλλα λόγια, κάθε επίσκεψη στο παρελθόν αφήνει και ένα μικρό αποτύπωμα πάνω του, σαν να πατάς συνεχώς πάνω στο ίδιο μονοπάτι μέχρι να αλλάξει η διαδρομή. Ίσως γι’ αυτό μερικές παιδικές αναμνήσεις μοιάζουν σήμερα πιο σκοτεινές ή πιο φωτεινές απ’ όσο ήταν. Δεν άλλαξε το παρελθόν, άλλαξες εσύ. Και ο εγκέφαλος φρόντισε να ευθυγραμμίσει την ιστορία με τον άνθρωπο που είσαι τώρα. Είναι άδικο να τον κατηγορήσεις. Αν θυμόμασταν τα πάντα με απόλυτη ακρίβεια, πιθανότατα δεν θα αντέχαμε να ζήσουμε. Ο εγκέφαλος ξεχνά, διορθώνει, μαλακώνει ή ακόμη και παραμορφώνει εμπειρίες, γιατί προσπαθεί να διατηρήσει μια αίσθηση συνέχειας. Μια ταυτότητα. Ένα «εγώ» που να μοιάζει σταθερό μέσα στο χάος.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν αυτή η προστασία μετατρέπεται σε φυλακή. Όταν δεν ζεις πια σύμφωνα με αυτό που συμβαίνει σήμερα, αλλά σύμφωνα με μια ιστορία που ίσως δεν συνέβη ποτέ ακριβώς έτσι. Όταν αποφεύγεις να εμπιστευτείς επειδή «ξέρεις πώς καταλήγουν όλα», ενώ στην πραγματικότητα θυμάσαι μόνο όσα επιβεβαιώνουν τον φόβο σου.
Όταν λες ότι κανείς δε σε διάλεξε ποτέ, ενώ απλώς έχεις ξεχάσει όσους προσπάθησαν να μείνουν. Όταν ένας άνθρωπος γίνεται ο πρωταγωνιστής όλων των πληγών σου, όχι γιατί ήταν ο μόνος που σε πλήγωσε, αλλά γιατί ο εγκέφαλος χρειάζεται έναν ένοχο για να κρατήσει την ιστορία απλή.
Η αλήθεια είναι πολύ πιο άβολη. Η ζωή δεν είναι ποτέ τόσο τακτοποιημένη όσο η μνήμη. Οι άνθρωποι δεν είναι μόνο καλοί ή μόνο κακοί. Οι γονείς μας δεν ήταν μόνο σωστοί ή μόνο λάθος. Οι σχέσεις δεν καταστρέφονται από μία στιγμή ούτε σώζονται από μία κουβέντα. Αλλά ο εγκέφαλος αγαπά τις καθαρές αφηγήσεις. Είναι πιο εύκολο να ζεις μέσα σε μια ιστορία παρά μέσα στην αβεβαιότητα.
Ίσως, τελικά, αυτό να είναι το μεγαλύτερο κόλπο που μας κάνει. Δε μας πείθει απλώς ότι θυμόμαστε σωστά. Μας πείθει ότι είμαστε η ιστορία που θυμόμαστε. Κι όμως, ανάμεσα στα κενά, στις παραλείψεις και στις λεπτομέρειες που επινόησε για να μας προστατεύσει, ίσως να υπάρχει ένας εαυτός που δεν γνωρίσαμε ποτέ.
Και τότε γεννιέται μια ερώτηση που δεν είναι καθόλου βολική: Αν ο εγκέφαλός σου μπορεί να ξαναγράψει το παρελθόν χωρίς να το καταλάβεις… πόσο βέβαιος μπορείς να είσαι ότι αυτό που σε κρατά πίσω συνέβη πραγματικά έτσι όπως το θυμάσαι;
