Υπάρχουν άνθρωποι που δε χαλαρώνουν ποτέ. Όχι επειδή δεν ξέρουν να ξεκουράζονται. Όχι επειδή αγαπούν το άγχος. Αλλά επειδή, κάπου στην πορεία της ζωής τους, ο εγκέφαλος πήρε μια απόφαση χωρίς να τους ρωτήσει: ο κόσμος δεν είναι ασφαλής. Και από εκείνη τη στιγμή άρχισε να συμπεριφέρεται σαν να περιμένει επίθεση. Όχι απαραίτητα μια πραγματική επίθεση. Μια κριτική. Ένα μήνυμα που δεν ήρθε. Ένα βλέμμα που παρερμηνεύτηκε. Έναν τόνο φωνής που θύμισε κάτι παλιό. Για έναν εγκέφαλο που έχει μάθει να επιβιώνει αντί να ζει, όλα μπορούν να μεταφραστούν σε απειλή.
Το παράδοξο είναι ότι οι περισσότεροι δεν το αντιλαμβάνονται. Νομίζουν ότι απλώς είναι τελειομανείς. Ότι έχουν έντονη προσωπικότητα. Ότι είναι υπεύθυνοι, οργανωτικοί, άνθρωποι που «τα προσέχουν όλα». Η κοινωνία, άλλωστε, ανταμείβει την υπερεπαγρύπνηση όταν παράγει αποτελέσματα. Τη βαφτίζει επαγγελματισμό, συνέπεια ή ωριμότητα. Μόνο που το σώμα γνωρίζει καλύτερα την αλήθεια.
Το σώμα δεν ξέρει από τίτλους. Ξέρει μόνο ότι η καρδιά χτυπά λίγο πιο γρήγορα από όσο χρειάζεται. Ότι οι ώμοι μένουν σφιγμένοι ακόμη και στον καναπέ. Ότι ο ύπνος δεν ξεκουράζει, γιατί ακόμη και στον ύπνο ο εγκέφαλος κάνει βάρδιες.
Η νευροεπιστήμη περιγράφει αυτή την κατάσταση ως υπερεπαγρύπνηση (hypervigilance). Πρόκειται για μια επίμονη κατάσταση αυξημένης ετοιμότητας, κατά την οποία το νευρικό σύστημα σαρώνει συνεχώς το περιβάλλον αναζητώντας πιθανές απειλές. Η αμυγδαλή, η περιοχή του εγκεφάλου που σχετίζεται με την ανίχνευση του κινδύνου, γίνεται υπερδραστήρια, ενώ ο προμετωπιαίος φλοιός –εκείνος που αξιολογεί ψύχραιμα τις καταστάσεις– δυσκολεύεται να βάλει φρένο στον συναγερμό. Με απλά λόγια, ο εγκέφαλος δεν ρωτάει αν υπάρχει κίνδυνος, υποθέτει ότι υπάρχει, και μετά ψάχνει να τον βρει.
Αυτός είναι ίσως ο πιο κουραστικός τρόπος να υπάρχεις. Δε φοβάσαι μόνο όταν συμβαίνει κάτι κακό. Φοβάσαι μήπως συμβεί. Ζεις σε μια μόνιμη πρόβα καταστροφής. Αναλύεις συζητήσεις που έγιναν πριν από τρεις ημέρες. Ετοιμάζεις απαντήσεις για καβγάδες που δεν έχουν συμβεί. Φαντάζεσαι όλα τα πιθανά σενάρια, όχι επειδή είσαι απαισιόδοξος, αλλά επειδή ο εγκέφαλος πιστεύει πως, αν προβλέψει τα πάντα, ίσως καταφέρει να αποτρέψει τον πόνο.
Δεν μπορεί, αλλά συνεχίζει να προσπαθεί.
Κάπως έτσι γεννιέται μια ψευδαίσθηση ελέγχου. Αν σκεφτώ αρκετά, αν οργανωθώ περισσότερο, αν προσέξω κάθε λεπτομέρεια, ίσως τίποτα να μη με αιφνιδιάσει. Είναι μια συμφωνία που κάνεις με το άγχος και που ποτέ δεν τηρείται. Γιατί κάθε φορά που λύνεις έναν υποθετικό κίνδυνο, ο εγκέφαλος δημιουργεί δύο καινούριους. Δε θέλει να σε ηρεμήσει, θέλει να σε κρατήσει ζωντανό. Το πρόβλημα είναι ότι η επιβίωση και η ζωή δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Πολλοί άνθρωποι με ιστορικό τραυματικών εμπειριών, χρόνιας κριτικής, συναισθηματικής παραμέλησης ή απρόβλεπτου οικογενειακού περιβάλλοντος μαθαίνουν από πολύ νωρίς να «διαβάζουν το δωμάτιο». Να παρατηρούν εκφράσεις, τόνους φωνής, μικρές αλλαγές στη διάθεση των άλλων. Ως παιδιά αυτό μπορεί να ήταν προσαρμοστικό. Αν καταλάβαινες εγκαίρως ότι ένας γονιός ήταν θυμωμένος, ίσως απέφευγες μια έκρηξη.
Το πρόβλημα είναι ότι ο εγκέφαλος δεν παίρνει πάντα το μήνυμα πως ο πόλεμος τελείωσε. Έτσι, ο ενήλικας συνεχίζει να μπαίνει σε κάθε χώρο σαν ανιχνευτής ναρκών. Διαβάζει τα πρόσωπα, τις παύσεις, τα μηνύματα που άργησαν να απαντηθούν, τα «εντάξει» που γράφτηκαν χωρίς emoji. Δεν είναι υπερβολικός επειδή το θέλει. Είναι υπερβολικός επειδή το νευρικό του σύστημα έχει μάθει ότι οι λεπτομέρειες ίσως σώζουν ζωές.
Κάποιες φορές αυτή η εγρήγορση μοιάζει με διορατικότητα. «Έχω ένστικτο», λένε αρκετοί. Και πράγματι, ορισμένες φορές διαβάζουν σωστά τους ανθρώπους. Το πρόβλημα είναι ότι, όταν ζεις σε συνεχή επιφυλακή, δεν βλέπεις μόνο αυτό που υπάρχει. Βλέπεις και αυτό που φοβάσαι ότι υπάρχει. Ένα ουδέτερο βλέμμα γίνεται απόρριψη, μια καθυστέρηση γίνεται εγκατάλειψη, μια διαφωνία γίνεται απόδειξη ότι όλα καταρρέουν. Ο εγκέφαλος συμπληρώνει τα κενά με το πιο γνωστό του υλικό: τον φόβο.
Κι εδώ κρύβεται η μεγαλύτερη ειρωνεία. Οι άνθρωποι που βρίσκονται σε συνεχή εγρήγορση συχνά χαρακτηρίζονται από τους άλλους ως «δυνατοί». Είναι εκείνοι που προλαβαίνουν τα πάντα, που δεν ξεχνούν τίποτα, που έχουν πάντα ένα σχέδιο Β. Κανείς όμως δεν βλέπει το κόστος. Κανείς δεν βλέπει ότι αυτή η δύναμη μοιάζει με άνθρωπο που κρατά σφιγμένες όλες του τις μυϊκές ομάδες επί είκοσι χρόνια και έχει ξεχάσει πώς είναι να αναπνέεις χωρίς να περιμένεις το επόμενο χτύπημα.
Το πιο σκληρό κομμάτι δεν είναι η κούραση, είναι η ενοχή όταν χαλαρώνεις. Γιατί τότε εμφανίζεται μια σκέψη σχεδόν αυτόματα: «Κι αν συμβεί κάτι τώρα;» Το νευρικό σύστημα έχει συνδέσει την ασφάλεια με την επιφυλακή. Η χαλάρωση μοιάζει επικίνδυνη. Η ξεκούραση μοιάζει απροσεξία. Η ηρεμία μοιάζει πολυτέλεια που κάποιος δεν δικαιούται.
Αυτός είναι ο λόγος που πολλοί άνθρωποι νιώθουν πιο άνετα μέσα στο χάος παρά στην ηρεμία. Το χάος τους είναι γνώριμο. Η ηρεμία, αντίθετα, είναι άγνωστο έδαφος. Και ο εγκέφαλος προτιμά συχνά ένα γνώριμο μαρτύριο από μια άγνωστη γαλήνη.
Η θεραπεία αυτής της κατάστασης δεν ξεκινά όταν πείσεις τον εαυτό σου ότι «δεν υπάρχει λόγος να αγχώνεσαι». Ο εγκέφαλος δεν αλλάζει με επιχειρήματα. Αλλάζει με εμπειρίες που επαναλαμβάνονται αρκετές φορές ώστε να ξαναγράψουν την αίσθηση της ασφάλειας. Με σχέσεις που δεν χρειάζεται να τις επιτηρείς. Με χώρους όπου δεν χρειάζεται να απολογείσαι. Με στιγμές στις οποίες το σώμα ανακαλύπτει, σιγά-σιγά, ότι δεν χρειάζεται να βρίσκεται διαρκώς σε θέση μάχης.
Ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο εξαντλητικό είδος μοναξιάς: να ζεις σε έναν κόσμο όπου οι περισσότεροι βλέπουν έναν άνθρωπο «που τα έχει όλα υπό έλεγχο», ενώ μέσα σου κάποιος μικρός, ακούραστος φρουρός δεν έχει κατεβάσει ποτέ τη σκοπιά. Και ίσως η πιο άβολη ερώτηση να μην είναι αν κουράστηκες από το άγχος σου.
Ίσως η πραγματική ερώτηση είναι άλλη: αν ο εγκέφαλός σου σταματούσε, έστω για μία μέρα, να ψάχνει κίνδυνο, θα ήξερες πώς είναι να ζεις χωρίς να φυλάς σκοπιά απέναντι σε έναν πόλεμο που έχει τελειώσει εδώ και χρόνια;
