Υπάρχουν άνθρωποι που δεν υψώνουν ποτέ τη φωνή τους, δεν αφήνουν μελανιές στο σώμα και δε χρησιμοποιούν πάντα εμφανή βία. Κι όμως, μπορούν να διαλύσουν έναν άνθρωπο αργά, αθόρυβα και συστηματικά. Είναι εκείνοι που δεν αναλαμβάνουν ποτέ την ευθύνη για τις πράξεις τους, που θεωρούν πως έχουν πάντα δίκιο και πως όποιος πληγώθηκε απλώς είναι «υπερβολικός», «ευαίσθητος» ή «αδύναμος».

Η μεγαλύτερη δύναμη ενός ανθρώπου με έντονα ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά δεν είναι η γοητεία του. Είναι η ικανότητά του να κάνει το θύμα να αμφισβητεί τον ίδιο του τον εαυτό. Να πιστεύει ότι ίσως όντως φταίει εκείνο για όλα. Ότι, αν προσπαθήσει λίγο περισσότερο, αν γίνει πιο υπομονετικό, πιο ήρεμο, πιο «τέλειο», τότε όλα θα αλλάξουν… Όμως δεν αλλάζουν.

Αντίθετα, κάθε προσπάθεια οδηγεί σε ακόμη μεγαλύτερη εξάντληση. Κάθε συγγνώμη που δεν έπρεπε να ειπωθεί γίνεται συνήθεια. Κάθε όριο που παραβιάζεται μοιάζει φυσιολογικό. Μέχρι που ο άνθρωπος απέναντι ξεχνά ποιος ήταν πριν γνωρίσει αυτή τη σχέση.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που, μετά από μια τέτοια εμπειρία, χρειάζονται πολύ χρόνο για να σταθούν ξανά στα πόδια τους. Κάποιοι εμφανίζουν έντονο άγχος, άλλοι συμπτώματα κατάθλιψης, ενώ αρκετοί δυσκολεύονται να εμπιστευτούν ξανά ανθρώπους ή να δημιουργήσουν υγιείς σχέσεις. Η ψυχολογική κακοποίηση μπορεί να αφήσει βαθιά τραύματα, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει ούτε μία εμφανής πληγή.

Ίσως το πιο σκληρό κομμάτι είναι η συναισθηματική εξάρτηση που μπορεί να δημιουργηθεί. Το θύμα δε μένει πάντα επειδή είναι αδύναμο. Συχνά μένει γιατί έχει πειστεί ότι εκεί βρίσκεται η μοναδική του αξία. Περιμένει τις λίγες στιγμές τρυφερότητας σαν ανταμοιβή, ελπίζοντας πως «αυτή τη φορά» ο άλλος θα γίνει όπως ήταν στην αρχή. Κι έτσι εγκλωβίζεται σε έναν κύκλο ελπίδας, απογοήτευσης και πόνου.

Το τραγικότερο είναι ότι πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους συνεχίζουν τη ζωή τους χωρίς ποτέ να κοιτάξουν πραγματικά τον εαυτό τους. Δεν αναρωτιούνται πόσους πλήγωσαν, πόσες νύχτες κάποιος έκλαψε εξαιτίας τους ή πόσοι άνθρωποι χρειάστηκαν χρόνια για να ξαναβρούν την αυτοπεποίθησή τους. Για εκείνους, πάντα φταίει κάποιος άλλος. Οι πρώην σύντροφοι είναι «τρελοί», οι φίλοι «ζηλιάρηδες», οι συνεργάτες «ανίκανοι». Η αυτοκριτική μοιάζει να μην έχει θέση στον τρόπο που αντιλαμβάνονται τον κόσμο.

Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος που πληγώνει τους άλλους έχει ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας. Ο όρος χρησιμοποιείται συχνά στην καθημερινότητα, αλλά η διάγνωση μπορεί να γίνει μόνο από ειδικό ψυχικής υγείας. Παρ’ όλα αυτά, όταν μια σχέση χαρακτηρίζεται σταθερά από χειρισμό, έλλειψη ενσυναίσθησης, απαξίωση και άρνηση ευθύνης, οι επιπτώσεις στον άνθρωπο που τη βιώνει μπορεί να είναι πραγματικές και σοβαρές.

Η κοινωνία οφείλει να μιλά περισσότερο για αυτές τις αόρατες μορφές κακοποίησης. Γιατί δεν είναι όλες οι πληγές ορατές. Υπάρχουν άνθρωποι που χαμογελούν στη δουλειά, βγαίνουν με φίλους και δείχνουν καλά, ενώ μέσα τους προσπαθούν καθημερινά να ξαναχτίσουν την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους.

Η μεγαλύτερη νίκη ενός θύματος δεν είναι να αλλάξει τον άνθρωπο που το πλήγωσε. Είναι να συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορεί να τον αλλάξει. Να σταματήσει να κυνηγά μια συγγνώμη που ίσως δεν έρθει ποτέ και να επιλέξει να θεραπεύσει τον εαυτό του.

Γιατί η αγάπη δε σε μικραίνει. Δε σε κάνει να φοβάσαι να μιλήσεις, να ζητήσεις ή να υπάρξεις. Η αγάπη δε σε διαλύει για να νιώσεις ότι πρέπει να ευγνωμονείς εκείνον που σε πληγώνει. Η αγάπη σε βοηθά να γίνεις πιο δυνατός, πιο ελεύθερος και πιο αληθινός.

Και καμία μορφή χειρισμού, όσο καλά κι αν κρύβεται πίσω από όμορφα λόγια ή στιγμιαία τρυφερότητα, δεν αξίζει να ονομάζεται αγάπη.

Συντάκτης: Νίκη Ντάλντα