Υπάρχει ένα πολύ ωραίο ελληνικό παραμύθι που ακούμε από μικροί. «Να σπουδάσεις. Να βρεις μια καλή δουλειά. Να κάνεις οικονομία. Να πάρεις το σπίτι σου. Να φτιάξεις τη ζωή σου». Μόνο που κάπου στην πορεία χάθηκε ένα κεφάλαιο. Το κεφάλαιο που εξηγεί πώς ακριβώς γίνεται αυτό με έναν μισθό που εξαφανίζεται πριν τελειώσει ο μήνας. Γιατί σήμερα ο νέος άνθρωπος στην Ελλάδα καλείται να κάνει οικονομία σε μια χώρα όπου η στέγαση μπορεί να καταπίνει τεράστιο μέρος του εισοδήματός του. Η Ελλάδα βρίσκεται εδώ και χρόνια στις χειρότερες θέσεις της Ευρώπης ως προς το βάρος της στέγασης, ενώ η κατάσταση συνεχίζει να πιέζει ιδιαίτερα τους νέους.

Αλλά μην ανησυχείτε. Η ανάπτυξη έρχεται. Κάπου. Μάλλον στο επόμενο λεωφορείο. «Γιατί δεν φεύγεις από το πατρικό;» Γιατί, αγαπητή μου κοινωνία, δεν θέλω να φύγω από το πατρικό για να μετακομίσω στο… πατρικό της σπιτονοικοκυράς. Θέλω να μπορώ να πληρώνω ένα σπίτι χωρίς να χρειάζεται να αποφασίζω αν αυτόν τον μήνα θα πληρώσω το ρεύμα ή θα έχω την πολυτέλεια να φάω κάτι που δεν είναι μακαρόνια. Και κάπου εδώ βρίσκεται το παράδοξο. Ζητάμε από τους νέους να γίνουν ανεξάρτητοι, ενώ η οικονομία τούς σπρώχνει προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Να φύγεις από το σπίτι.

Αλλά το ενοίκιο είναι μισός μισθός. Να βρεις καλύτερη δουλειά. Αλλά η δουλειά θέλει προϋπηρεσία. Να αποκτήσεις προϋπηρεσία. Αλλά πρέπει πρώτα να βρεις δουλειά. Να κάνεις οικογένεια. Αλλά πρώτα βρες σπίτι. Να αγοράσεις σπίτι. Εντάξει, εδώ γελάσαμε όλοι μαζί. Και μετά απορούμε γιατί φεύγουν Κάποιοι νέοι δεν θέλουν να φύγουν από την Ελλάδα. Δεν μπορούν να φανταστούν πώς θα μείνουν. Και υπάρχει διαφορά. Όταν ένας νέος βλέπει ότι στο εξωτερικό μπορεί να έχει καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές, μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη ή ένα πιο οργανωμένο πλαίσιο ζωής, το να φύγει δεν είναι απαραίτητα «προδοσία της πατρίδας». Μπορεί απλώς να είναι η πιο λογική οικονομική απόφαση που πήρε στη ζωή του.

Γιατί κάποια στιγμή κουράζεσαι να ακούς ότι «η Ελλάδα αλλάζει» όταν η δική σου ζωή παραμένει κολλημένη στο ίδιο σημείο. Και τότε βάζεις δύο βαλίτσες σε ένα αεροπλάνο. Όχι επειδή δεν αγαπάς την Ελλάδα. Αλλά επειδή θέλεις να μπορείς να αγαπάς και τη ζωή σου. Και υπάρχει και η άλλη έξοδος. Και εδώ βρίσκεται το πιο δυσάρεστο κομμάτι της συζήτησης. Όταν μια κοινωνία δημιουργεί συνεχώς την αίσθηση ότι η νόμιμη, κανονική διαδρομή δεν σε πάει πουθενά, κάποιοι άνθρωποι θα ψάξουν άλλες διαδρομές.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η οικονομική δυσκολία κάνει κάποιον εγκληματία. Ούτε ότι όποιος δεν βρίσκει δουλειά θα στραφεί στην παρανομία. Σημαίνει όμως ότι η κοινωνική απογοήτευση, η οικονομική ανασφάλεια και η αίσθηση ότι δεν υπάρχει προοπτική μπορούν να δημιουργήσουν ένα επικίνδυνο έδαφος, ιδιαίτερα όταν απέναντι υπάρχει ένας κόσμος που σου πουλάει καθημερινά την εικόνα του εύκολου χρήματος.

Instagram. TikTok. YouTube. «Δες πόσα έβγαλα σήμερα». «Δες το αμάξι μου». «Δες το σπίτι μου». «Δες τη ζωή μου». Και εσύ κοιτάς τον λογαριασμό σου και βλέπεις: -17,42€. Είναι λίγο δύσκολο να πείσεις έναν 20χρονο ότι η επιτυχία θέλει υπομονή όταν το TikTok του δείχνει κάθε τρία δευτερόλεπτα κάποιον που υποτίθεται ότι έγινε πλούσιος πριν προλάβει να τελειώσει το σχολείο. Κυβέρνηση, έχουμε μια μικρή απορία

Κάθε κυβέρνηση έχει το δικαίωμα να μιλά για ανάπτυξη. Έχει όμως και την υποχρέωση να εξηγεί: Ανάπτυξη για ποιον; Γιατί αν η οικονομία αναπτύσσεται αλλά ένας νέος εργαζόμενος δεν μπορεί να νοικιάσει ένα αξιοπρεπές σπίτι, να αποταμιεύσει, να κάνει σχέδια και να νιώσει ότι υπάρχει αύριο, τότε κάτι δεν πάει καλά στην εξίσωση. Μπορεί το ΑΕΠ να χαμογελάει. Ο νέος όμως κοιτάει το υπόλοιπο του λογαριασμού του και κλαίει. Και τα δύο μπορούν να συμβαίνουν ταυτόχρονα.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μάλιστα, προβλέπει ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας το 2026, αλλά ταυτόχρονα αναμένει επιβράδυνση της ανάπτυξης και υψηλότερο πληθωρισμό, με το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών να πιέζεται από τις τιμές της ενέργειας. Άρα ίσως ήρθε η ώρα να σταματήσουμε να μετράμε μόνο πόσο μεγαλώνει η οικονομία.

Να μετρήσουμε και πόσο χώρο αφήνει στους ανθρώπους να ζήσουν. Γιατί ο νέος δεν ζητάει θαύματα Δεν ζητάει βίλα. Δεν ζητάει Porsche. Δεν ζητάει να βγαίνει κάθε Παρασκευή στα μπουζούκια. Ζητάει μια δουλειά που να του επιτρέπει να πληρώνει το σπίτι του. Να μπορεί να πάει έναν καφέ χωρίς να κάνει λογιστικό έλεγχο. Να αρρωστήσει χωρίς να φοβάται τι θα γίνει αν δεν πάει στη δουλειά. Να μπορεί κάποια στιγμή να κάνει οικογένεια χωρίς να χρειάζεται οικονομική χορηγία από τους γονείς του.

Και κυρίως: να μπορεί να κάνει σχέδια που εκτείνονται πέρα από το τέλος του μήνα.

Γιατί μια χώρα δεν χάνει τους νέους της μόνο όταν φεύγουν στο εξωτερικό. Τους χάνει και όταν μένουν αλλά παραιτούνται από το να ονειρεύονται. Και ίσως αυτό να είναι το πραγματικό πρόβλημα. Όχι ότι οι νέοι δεν θέλουν να δουλέψουν. Ότι θέλουν να δουλέψουν και να μπορούν επιτέλους να ζήσουν από αυτό.

Συντάκτης: Νίκη Ντάλντα
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη