Υπάρχουν ιστορίες που δύσκολα ξεχνιούνται. Όχι επειδή έχουν θεαματικές εικόνες ή συγκλονιστικούς τίτλους, αλλά επειδή σε κάνουν να σταματήσεις για λίγο και να σκεφτείς τι σημαίνει πραγματικά η λέξη «προσφορά». Η φωτιά ξεκίνησε από τον Άγιο Βασίλειο Βοιωτίας την Παρασκευή 31 Ιουλίου μέχρι σήμερα έχει κάψει εκατοντάδες, σπίτια, κτηνοτροφικές μονάδες, καλλιέργειες αλλά και άπειρο παρθένο δάσος. Εθελοντές πυροσβέστες, Πυροσβέστες όλων των ειδικοτήτων, πολίτες ρίχτηκαν στην μάχη με την φωτιά. Η ιστορία ενός εθελοντή δασοπυροσβέστη του Γρηγόρη Κίζα, από τα Βίλια Αττικής είναι μία από αυτές τις ιστορίες.
Την ώρα που οι φλόγες απειλούσαν κατοικημένες περιοχές, εκείνος βρισκόταν στην πρώτη γραμμή μαζί με τους συναδέλφους του. Όπως έχει κάνει αμέτρητες φορές στο παρελθόν, προσπάθησε να περιορίσει τη φωτιά και να προστατεύσει σπίτια και περιουσίες ανθρώπων που ίσως δεν είχε γνωρίσει ποτέ. Την ίδια στιγμή, όμως, το δικό του σπίτι βρισκόταν στο έλεος της πυρκαγιάς.
Λίγο αργότερα έμαθε ότι, ενώ είχαν καταφέρει να σώσουν δεκάδες κατοικίες, η δική του δεν στάθηκε το ίδιο τυχερή. Το σπίτι όπου είχε δημιουργήσει αναμνήσεις με την οικογένειά του είχε καταστραφεί ολοσχερώς.
Ο ίδιος, μιλώντας δημόσια για όσα βίωσε, περιέγραψε με πόνο << Δυστυχώς η τραγική ειρωνεία είναι αυτή , είμαστε εθελοντές έχουμε γλιτώσει σπίτια συνανθρώπων, έχουμε γλυτώσει περιουσίες. Εχθές δεν βρέθηκε ένας να γλυτώσει το δικό μου, τυλίχτηκε στις φλόγες. Κάηκε ‘’ άβρεχτο’’ που λέμε. Δυστυχώς το σπίτι έμεινε μόνο ντουβάρια >> Μια εικόνα που δύσκολα μπορεί να περιγράφει με λόγια.
Είναι το ίδιο δύσκολο για όλους τους συναδέλφους να ακούνε ότι το σπίτι ή όποια περιουσία ίσως έχει, ενός φίλου τους , ενός συναδέλφου με τον οποίο δίνουν τεράστια μάχη να σώσουν ότι σώζεται τελικά δεν τα καταφέρνει και γίνεται στάχτη. Εκείνη την στιγμή ένα κομμάτι από το παζλ του εθελοντή φεύγει και οι ελπίδες σβήνουν; Είναι περισσότερο το κίνητρο να σώσουμε ότι σώζεται; Ποιος ξέρει;
Ίσως αυτή να είναι η πιο αθέατη πλευρά του εθελοντισμού. Συχνά βλέπουμε τις εικόνες από τα πύρινα μέτωπα, τους ανθρώπους με τις στολές, τον εξοπλισμό , τα πυροσβεστικά οχήματα και τις προσπάθειες που καταβάλλονται για να σωθούν ζωές και περιουσίες. Πολύ πιο σπάνια, όμως, σκεφτόμαστε τι αφήνουν πίσω τους όσοι βρίσκονται εκεί.
Ένας εθελοντής δεν γνωρίζει ποτέ ποια στιγμή θα χτυπήσει το τηλέφωνο, μπορεί να βρίσκεται στην δουλειά του, με την οικογένεια του ν, να ξεκουράζεται, μέσα σε λίγα λεπτά καλείται να φορέσει τον εξοπλισμό του και να βρεθεί αντιμέτωπος με συνθήκες που πολλές φορές είναι εξαιρετικά επικίνδυνες. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι δεν αμείβεται γι’ αυτό. Το κάνει επειδή αισθάνεται ότι οφείλει να βοηθήσει τον τόπο του και τους συνανθρώπους γύρω του .
Το πιο δύσκολο, όμως, είναι όταν η αποστολή συγκρούεται με την προσωπική ζωή. Πώς συνεχίζεις να επιχειρείς όταν γνωρίζεις ότι η δική σου οικογένεια ίσως κινδυνεύει; Πώς παραμένεις συγκεντρωμένος όταν δεν ξέρεις αν το σπίτι σου θα υπάρχει όταν τελειώσει η φωτιά; Είναι ερωτήματα που δεν έχουν εύκολες απαντήσεις.
Στις μεγάλες πυρκαγιές, οι δυνάμεις πυρόσβεσης και οι εθελοντές καλούνται να πάρουν αποφάσεις μέσα σε ελάχιστα λεπτά. Προτεραιότητα είναι πάντα η προστασία της ανθρώπινης ζωής και στη συνέχεια η διάσωση όσο το δυνατόν περισσότερων κατοικιών και φυσικών εκτάσεων. Όταν οι φλόγες εξαπλώνονται γρήγορα και οι άνεμοι δυσκολεύουν κάθε προσπάθεια, κανείς δεν μπορεί να βρίσκεται ταυτόχρονα παντού.
Αυτό δεν μειώνει τον πόνο όσων χάνουν τις περιουσίες τους. Αντίθετα, δείχνει πόσο σκληρές είναι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες επιχειρούν όλοι όσοι βρίσκονται στο μέτωπο της φωτιάς.
Η ιστορία του εθελοντή από τα Βίλια μάς υπενθυμίζει ότι πίσω από κάθε κράνος υπάρχει ένας άνθρωπος. Ένας άνθρωπος που έχει οικογένεια, φίλους, αναμνήσεις και έναν χώρο που αποκαλεί σπίτι. Η στολή δεν τον κάνει άτρωτο απέναντι στην απώλεια ούτε μειώνει τον πόνο όταν βλέπει τους κόπους μιας ζωής να χάνονται.
Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πραγματικό νόημα της προσφοράς. Όχι η απουσία φόβου ή θλίψης, αλλά η επιλογή να συνεχίσεις να βοηθάς ακόμη και όταν το προσωπικό κόστος είναι τεράστιο. Να προστατεύεις ανθρώπους που έχουν ανάγκη, γνωρίζοντας ότι ίσως δεν μπορέσεις να προστατεύσεις τον ίδιο σου τον εαυτό.
Σε μια εποχή όπου οι μεγάλες πυρκαγιές δοκιμάζουν συνεχώς τις αντοχές ανθρώπων και υπηρεσιών, ιστορίες σαν αυτή δεν χρειάζονται ηρωοποίηση χρειάζονται σεβασμό. Γιατί πίσω από κάθε επιχείρηση κατάσβεσης υπάρχουν άνθρωποι που παλεύουν όχι μόνο με τις φλόγες, αλλά και με τα προσωπικά τους διλήμματα, τις αγωνίες και, πολλές φορές, με τις δικές τους απώλειες. Και αυτό είναι ίσως το πιο βαρύ φορτίο που μπορεί να κουβαλήσει ένας εθελοντής.
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη
