Υπάρχει μια ιδιαίτερη κατηγορία ανθρώπων. Αυτοί που ανοίγουν ένα μήνυμα, το διαβάζουν, χαμογελούν, σκέφτονται την τέλεια απάντηση και μετά… εξαφανίζονται από προσώπου γης. Όχι επειδή δεν ενδιαφέρονται αλλά ούτε επειδή βαρέθηκαν. Αλλά επειδή είπαν τη φράση που έχει καταστρέψει περισσότερες συνομιλίες από οποιοδήποτε emoji «Θα απαντήσω σε λίγο.» Το «λίγο», βέβαια, είναι μια πολύ σχετική έννοια. Μπορεί να σημαίνει δέκα λεπτά ή μπορεί δύο ώρες μπορεί και τρεις μέρες, μέχρι να πεταχτεί το μήνυμα μπροστά σου ενώ ψάχνεις μια παλιά φωτογραφία και να φωνάξεις δυνατά «ΩΧ!».

Το αστείο είναι ότι τα πιο ασήμαντα μηνύματα τα απαντάμε αστραπιαία. «Πού είσαι;» «Έρχεσαι για καφέ;» «Δες αυτό το βίντεο με τη γάτα.» Μπαμ κατευθείαν απάντηση. Όταν όμως το μήνυμα είναι από τον άνθρωπο που μας αρέσει, από τον εργοδότη που περιμέναμε νέα, από έναν φίλο που μας άνοιξε την καρδιά του ή από κάποιον που έχει πραγματική σημασία για εμάς… εκεί ξαφνικά το πληκτρολόγιο γίνεται εχθρός.

Γιατί; Επειδή κάθε σημαντικό μήνυμα κουβαλάει και μια μικρή ευθύνη. Δεν θέλουμε απλώς να απαντήσουμε. Θέλουμε να απαντήσουμε σωστά. Να μη φανεί ότι καιγόμαστε, ότι αδιαφορούμε , να μην βάλουμε πολλές ή λίγες καρδούλες , να γράψουμε << χαχα>> ή μήπως μόνο ένα «χα»; Κάπου εκεί ο εγκέφαλος αποφασίζει ότι είναι προτιμότερο να…..μην κάνει τίποτα.

Κάπως έτσι γεννιέται το περίφημο σύνδρομο του << θα απαντήσω αργότερα >> Το πιο ύπουλο κομμάτι του είναι ότι όσο περνάει η ώρα, τόσο δυσκολεύει η επιστροφή.  Περνάει μια ώρα και λες «θα απαντήσω όταν σχολάσω», μετά από μια ώρα σκέφτεσαι «τώρα είναι λίγο περίεργο».

Μετά από τρεις μέρες σκέφτεσαι ότι ίσως χρειάζεται να αλλάξεις χώρα, αριθμό τηλεφώνου και ταυτότητα. Κι όμως, το μήνυμα εξακολουθεί να είναι εκεί ήσυχο με το μικρό του «διαβάστηκε» να σε κοιτάει σαν πρώην που σε πέτυχε τυχαία στον δρόμο. Το ακόμα πιο αστείο είναι ότι στο μεταξύ έχεις απαντήσει νοερά τουλάχιστον …..δέκα …δώδεκα φορές . Ενώ βρίσκεσαι στο ντους, στην ουρά του σούπερ μάρκετ, πριν κοιμηθείς κτλ κτλ. Στις τρεις τα ξημερώματα, θυμάσαι ξαφνικά ότι «δεν απάντησα ακόμα!». Το μόνο μέρος όπου δεν έχει σταλεί η απάντηση είναι… το ίδιο το chat.

Και φυσικά υπάρχει και η άλλη πλευρά, εκείνος που βλέπει το «διαβάστηκε» και μέσα σε επτά δευτερόλεπτα έχει γράψει στο μυαλό του ολόκληρο σενάριο. «Με βαρέθηκε.» «Είπα κάτι λάθος.» «Βρήκε κάποιον καλύτερο.» «Έχει φύγει να ζήσει σε μοναστήρι χωρίς Wi-Fi.» Ενώ η πραγματικότητα είναι συνήθως πολύ πιο πεζή. Το αφεντικό φώναξε, το φαγητό κάηκε, το παιδί αποφάσισε να ζωγραφίσει τον σκύλο, δεν είχα μπαταρία ή απλώς… η ζωή συνέχισε να συμβαίνει. Έχουμε μάθει να πιστεύουμε ότι επειδή κρατάμε ένα κινητό στο χέρι είμαστε υποχρεωμένοι να είμαστε διαθέσιμοι κάθε δευτερόλεπτο. Όμως άλλο διαθέσιμος και άλλο έτοιμος μερικές συζητήσεις χρειάζονται καθαρό μυαλό, χρόνο ή απλώς λίγη ενέργεια που εκείνη τη στιγμή δεν υπάρχει.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι το «ghosting» έγινε ξαφνικά αρετή. Αν κάποιος σε αφήνει μόνιμα στο διαβάστηκε, μάλλον η απάντησή του είναι ήδη… η σιωπή του. Αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις, η καθυστέρηση δεν είναι αδιαφορία. Είναι αναβλητικότητα ντυμένη με καλές προθέσεις. Οπότε, αν αυτή τη στιγμή υπάρχει ένα μήνυμα που περιμένει υπομονετικά την απάντησή σου, ίσως ήρθε η ώρα να σταματήσεις να γράφεις τέλειες απαντήσεις μέσα στο κεφάλι σου και να γράψεις μία αληθινή.

Άλλωστε, οι πιο όμορφες συζητήσεις δεν ξεκίνησαν ποτέ με το τέλειο μήνυμα. Ξεκίνησαν με κάποιον που τελικά πάτησε… «Αποστολή».

Συντάκτης: Ράνια Λιάσκου
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη