Υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να κοιμηθούν μόνο όταν έχουν κάτι να τους απασχολεί. Όταν όλα είναι τακτοποιημένα, αρχίζουν να ψάχνουν τι πήγε στραβά. Όταν μια σχέση κυλάει ήσυχα, μια μικρή καχυποψία κάνει την εμφάνισή της. Όταν η δουλειά δεν έχει κάποιο επείγον, δημιουργείται σχεδόν από μόνη της μια καινούργια φωτιά για να σβηστεί. Δεν είναι ακριβώς ότι θέλουν το χάος. Είναι ότι το χάος τούς είναι γνώριμο.

Η ηρεμία, αντίθετα, τους φαίνεται ύποπτη. Ένα ήσυχο πρωινό μπορεί να τους κάνει να νιώσουν ότι κάτι ξεχνούν. Μια περίοδος χωρίς προβλήματα μοιάζει περισσότερο με αναμονή παρά με ευτυχία. Υπάρχει μια αίσθηση ότι κάπου παρακάτω θα εμφανιστεί το απρόοπτο και, μέχρι να εμφανιστεί, καλύτερα να είναι κανείς σε ετοιμότητα.

Το σώμα μπορεί να έχει τελειώσει τον πόλεμο και το νευρικό σύστημα να μην έχει ενημερωθεί. Αυτό συμβαίνει συχνά σε ανθρώπους που έχουν περάσει μεγάλα διαστήματα ζωής μέσα σε αστάθεια, ένταση ή συναισθηματική απρόβλεπτη κατάσταση. Όταν ο εγκέφαλος μαθαίνει ότι το περιβάλλον μπορεί να αλλάξει ξαφνικά, η επαγρύπνηση γίνεται προσαρμογή. Η συνεχής σάρωση για πιθανό κίνδυνο δεν είναι πλέον μια προσωρινή αντίδραση σε κάτι συγκεκριμένο. Γίνεται ο τρόπος με τον οποίο το σύστημα ασφαλείας λειτουργεί από προεπιλογή.

Έτσι γεννιέται η υπερεπαγρύπνηση. Το βλέμμα πιάνει τον τόνο μιας φράσης, την καθυστέρηση μιας απάντησης, μια αλλαγή στη συμπεριφορά, έναν αναστεναγμό στο διπλανό δωμάτιο. Ο εγκέφαλος αναζητά μοτίβα ακόμη κι όταν δεν υπάρχει πραγματική απειλή. Δεν χρειάζεται να συμβαίνει κάτι. Αρκεί ότι κάποτε συνέβαινε. Και τότε η ηρεμία αποκτά ένα παράδοξο μειονέκτημα: δεν δίνει πληροφορίες. Το χάος έχει σήματα. Έχει ένταση, επείγον, αποφάσεις, κινήσεις. Ξέρεις πού να στρέψεις την προσοχή σου. Η γαλήνη δεν έχει οδηγίες χρήσης. Δεν απαιτεί να διορθώσεις κάτι. Δεν σου δίνει αποστολή. Σε αφήνει μέσα σε έναν χώρο όπου τίποτα δεν χρειάζεται να σωθεί.

Για έναν εγκέφαλο που έχει μάθει να λειτουργεί υπό πίεση, αυτό μπορεί να είναι σχεδόν αποδιοργανωτικό. Γι’ αυτό κάποιοι άνθρωποι, μόλις τα πράγματα πάνε καλά, αρχίζουν να δημιουργούν μικρές αναταράξεις. Μια άσκοπη σύγκρουση. Μια υπερανάλυση μιας αδιάφορης φράσης. Ένα πρόβλημα που μπορούσε να περιμένει, αλλά ξαφνικά γίνεται επείγον. Μια παλιά ιστορία που επιστρέφει την ακριβή στιγμή που όλα είχαν αρχίσει να ησυχάζουν.

Δεν το κάνουν πάντα συνειδητά. Ούτε σημαίνει ότι απολαμβάνουν τη δυστυχία τους. Μερικές φορές απλώς έχουν μάθει να αισθάνονται ζωντανοί μέσα στην ένταση. Η διέγερση μπορεί να γίνει οικεία. Οι ορμόνες του στρες, η αυξημένη εγρήγορση, η γρήγορη λήψη αποφάσεων και η συνεχής εναλλαγή ερεθισμάτων δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου ο εγκέφαλος παίρνει διαρκώς σήματα. Όταν αυτά σταματούν, η απουσία τους μπορεί να παρερμηνευτεί ως κενό.

Κι εκεί βρίσκεται μια από τις πιο ύπουλες παρεξηγήσεις της ανθρώπινης εμπειρίας: το γνώριμο συχνά μεταμφιέζεται σε ασφαλές, ακόμη κι όταν δεν ήταν ποτέ ασφαλές. Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει μεγαλώσει με φωνές και να θεωρεί τη σιωπή περίεργη. Να έχει συνηθίσει τις σχέσεις που ανεβοκατεβαίνουν και να αισθάνεται ότι μια σταθερή σχέση «δεν έχει χημεία». Να έχει μάθει να δουλεύει μόνο όταν πιέζεται και να πιστεύει ότι χωρίς άγχος δεν αποδίδει. Να χρειάζεται μια προθεσμία, έναν καβγά, έναν φόβο ή μια μικρή καταστροφή για να κινηθεί. Δεν κυνηγάει απαραίτητα το πρόβλημα. Κυνηγάει την αίσθηση που έχει μάθει να συνδέει με το ότι κάτι συμβαίνει. Κάπως έτσι η γαλήνη μπορεί να μοιάζει με πλήξη. Η σταθερότητα με αδιαφορία. Η προβλεψιμότητα με απουσία πάθους. Και η απουσία κρίσης με την ύποπτη αίσθηση ότι «κάτι δεν πάει καλά».

Το παράδοξο είναι ότι η ηρεμία δεν είναι απλώς η απουσία χάους. Είναι μια διαφορετική κατάσταση λειτουργίας. Χρειάζεται χρόνο για να τη μάθει κανείς. Χρειάζεται το σώμα να καταλάβει ότι δεν χρειάζεται να σφίγγεται κάθε φορά που ακούει έναν ήχο. Χρειάζεται ο εγκέφαλος να σταματήσει να ψάχνει απειλές σε ουδέτερα ερεθίσματα. Χρειάζεται η σιωπή να πάψει να μοιάζει με το λεπτό πριν από την καταιγίδα. Και ίσως γι’ αυτό η πραγματική ηρεμία, όταν εμφανίζεται για πρώτη φορά, δεν είναι πάντα ανακουφιστική. Μπορεί να είναι βαρετή. Μπορεί να είναι άβολη. Μπορεί να μοιάζει σχεδόν λάθος. Γιατί μέσα στο χάος υπήρχε πάντα κάτι να κάνεις. Κάποιον να κατηγορήσεις, κάτι να διορθώσεις, μια κρίση να διαχειριστείς, ένα επόμενο βήμα να σχεδιάσεις. Η ηρεμία αφαιρεί όλα αυτά και αφήνει πίσω κάτι που δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις με δράση: την απλή παρουσία σου μέσα σε μια ζωή που, για λίγο, δεν ζητάει τίποτα.

Εκεί πολλοί άνθρωποι καταλαβαίνουν ότι δεν τους έλειπε πάντα η ηρεμία. Τους έλειπε η εξοικείωση μαζί της. Και αυτό είναι διαφορετικό πράγμα. Γιατί όταν έχεις περάσει πολύ καιρό μέσα στην αναστάτωση, η γαλήνη δεν μοιάζει αμέσως με σπίτι. Μοιάζει με ένα άδειο δωμάτιο στο οποίο μπήκες και δεν ξέρεις γιατί κανείς δεν φωνάζει. Μένεις λίγο στην πόρτα. Περιμένεις. Κάποια στιγμή κάθεσαι. Και τότε ίσως συμβαίνει το πιο παράξενο πράγμα: τίποτα. Κανείς δε θυμώνει. Κανείς δεν φεύγει. Κανένα τηλέφωνο δεν χτυπάει με κακή είδηση. Δεν υπάρχει κάτι που πρέπει να προλάβεις, να διορθώσεις ή να φοβηθείς.

Μόνο ησυχία.

Και για έναν άνθρωπο που έμαθε να ζει μέσα στην αναστάτωση, η πιο δύσκολη στιγμή μπορεί να μην είναι όταν ξεσπάει η επόμενη καταιγίδα. Μπορεί να είναι όταν συνειδητοποιεί ότι αυτή τη φορά δεν έρχεται.

Συντάκτης: Γιώργος Κατρίνης