Μεγαλώνεις και αυτό είναι αναπόφευκτο! Και μαζί σου μεγαλώνει και η λίστα με τους ανθρώπους που αγαπάς… από απόσταση ασφαλείας. Και γι’ αυτό δεν σε είχε προειδοποιήσει κανείς!
Όχι, δεν έγινες ξαφνικά αντικοινωνικός. Απλώς, κάποια στιγμή στη ζωή σου καταλαβαίνεις ότι η ηρεμία σου αξίζει περισσότερο από το να εξηγείς για δέκατη φορά τα αυτονόητα σε έναν άνθρωπο που έχει κάνει την παρεξήγηση επάγγελμα.
Στα είκοσι, θέλεις να σε αγαπάνε όλοι. Να σε συμπαθούν, να σε καλούν, να σε θυμούνται, να μη σε παρεξηγούν. Στα τριάντα, αρχίζεις να το ξανασκέφτεσαι. Πλησιάζοντας τα σαράντα, κοιτάς το κινητό σου, βλέπεις ποιος σε καλεί και, πριν απαντήσεις, σκέφτεσαι: «Αξίζει τον κόπο;». Και κάπου εκεί έχεις κατακτήσει ένα επίπεδο εσωτερικής γαλήνης που θα ζήλευε και βουδιστής μοναχός! Γιατί μεγαλώνοντας καταλαβαίνεις πως δεν είναι όλοι οι άνθρωποι για κοντινή απόσταση.
Υπάρχει, ας πούμε, ο άνθρωπος που σε θυμάται μόνο όταν θέλει κάτι. Αυτός που εξαφανίζεται όταν τον χρειάζεσαι και εμφανίζεται ξαφνικά με ένα «τι κάνεις, χάθηκες!», λες και τον κατάπιε το Τρίγωνο των Βερμούδων, τον έφτυσε πίσω και μόλις επέστρεψε.
Υπάρχει ο μόνιμα αρνητικός. Αυτός που μπορείς να του πεις ότι κέρδισες το λαχείο και θα σου απαντήσει: «Ναι, αλλά πρόσεχε, συνήθως τα λεφτά φέρνουν προβλήματα». Ευχαριστώ, Κασσάνδρα. Θα τα επιστρέψω!
Υπάρχει και ο άνθρωπος-κουτσομπολιό. Δεν ενδιαφέρεται πραγματικά για σένα. Ενδιαφέρεται για το τι κάνεις, με ποιον το κάνεις, γιατί το κάνεις και, κυρίως, για το πώς θα το μεταφέρει παρακάτω, κατά προτίμηση με μερικές δημιουργικές προσθήκες. Σ’ αυτόν δεν λες μυστικά. Του λες μόνο πράγματα που θα ήσουν διατεθειμένος να δεις την επόμενη μέρα τυπωμένα σε εφημερίδα.
Και φυσικά υπάρχει ο άνθρωπος που σε εξαντλεί. Δεν χρειάζεται να σου κάνει κάτι τρομερό. Αρκεί να περάσεις δύο ώρες μαζί του και μετά να χρειάζεσαι άλλες τέσσερις μόνος σου για να επανέλθεις. Είναι αυτό που λέμε «κοινωνική υπερκόπωση». Ή, πιο απλά, «ήρθε, μίλησε, έφυγε και τώρα θέλω να κοιτάω τον τοίχο».
Το ωραίο είναι ότι, όσο μεγαλώνεις, σταματάς να προσπαθείς να διορθώσεις τους πάντες.
Δεν λες πια «θα του εξηγήσω». Ξέρεις ότι, αν ένας άνθρωπος στα σαράντα του δεν κατάλαβε πως η αγένεια δεν είναι ειλικρίνεια, μάλλον δεν θα το καταλάβει επειδή του έκανες μια παρουσίαση PowerPoint.
Δεν λες «ας κάνω υπομονή». Έχεις κάνει αρκετή υπομονή στη ζωή σου. Έχεις κάνει υπομονή σε ανθρώπους, σε καταστάσεις, σε σχέσεις, σε δουλειές, σε «θα αλλάξει». Και κάπου εκεί συνειδητοποιείς ότι η υπομονή είναι υπέροχη αρετή, αρκεί να μην τη χρησιμοποιείς εναντίον του εαυτού σου. Έτσι φτιάχνεις τη λίστα σου. «Μακριά κι αγαπημένοι».
Κάποιοι άνθρωποι μένουν στη ζωή σου, απλώς μετακινούνται από την πρώτη σειρά στα ορεινά. Τους αγαπάς, τους εκτιμάς, τους εύχεσαι τα καλύτερα. Αλλά δεν χρειάζεται να ξέρεις τι κάνουν κάθε Τρίτη στις 18:30. Και αυτό δεν είναι κακία. Είναι ωριμότητα. Γιατί μεγαλώνοντας δεν αποκτάς απλώς περισσότερες ρυτίδες, περισσότερους πόνους στη μέση και μια περίεργη σχέση με τις ανατομικές σου δυνατότητες. Αποκτάς και χρήσιμα πράγματα, όπως την πολυτέλεια να επιλέγεις ποιος θα έχει πρόσβαση σε εσένα και στην ηρεμία σου.
Και τελικά, αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη κατάκτηση της ηλικίας. Δεν χρειάζεται να τσακωθείς με κανέναν. Δεν χρειάζεται να εξηγήσεις. Δεν χρειάζεται καν να θυμώσεις. Απλώς κάνεις ένα βήμα πίσω, χαμογελάς ευγενικά και λες: «Να είσαι καλά. Αλλά… από εκεί». Μακριά κι αγαπημένοι. Και όσο μεγαλώνεις, τόσο περισσότερο εκτιμάς το «μακριά». Το «αγαπημένοι» είναι προαιρετικό.
