Με φίλησες στην κουζίνα την ώρα που έψαχνα καθαρό ποτήρι. Ήταν από εκείνα τα φιλιά που αρχίζουν πριν προλάβεις να αποφασίσεις αν έχεις χρόνο. Άφησα το ποτήρι στον πάγκο κι έβαλα το χέρι μου στον αυχένα σου. Ύστερα το δικό σου κατέβηκε στη μέση μου και ρώτησες, σχεδόν ψιθυριστά, «πάμε μέσα;». Δεν είπα όχι. Είπα «ήθελα μόνο να σε φιλήσω». Τραβήχτηκες μια ανάσα. «Εντάξει», απάντησες. Κι εγώ έμεινα με το στόμα μισάνοιχτο, σαν να είχα κάνει μια πρόταση που δεν πήρε απάντηση.

Δεν ήταν ότι δεν σε ήθελα. Σε ήθελα. Εκείνη τη στιγμή ήθελα να είμαστε όρθιοι ανάμεσα στα άπλυτα πιάτα, να σε φιλήσω ξανά και μετά να συνεχίσω αυτό που έκανα. Ήθελα να μπορώ να σε πλησιάσω χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσω γιατί θα σταματήσω. Κι εσύ είχες κάθε δικαίωμα να θέλεις να πάμε παρακάτω. Το πρόβλημα δεν ήταν η πρότασή σου. Ήταν που το φιλί έμοιασε ξαφνικά με προκαταβολή και, επειδή δεν προχώρησα, σαν να σου χρωστούσα τα υπόλοιπα.

Πότε έγινε αυτό; Παλιά φιλιόμασταν κι ενώ περιμέναμε να βράσει το νερό. Στο ασανσέρ, πριν ανοίξει η πόρτα στον όροφό μας. Στο αυτοκίνητο με τη ζώνη ακόμη κουμπωμένη, τόσο άβολα που γελούσαμε. Κάποια από αυτά τα φιλιά κατέληγαν στο κρεβάτι. Κάποια τελείωναν στο κόκκινο φανάρι. Δεν χρειαζόταν να μαντέψουμε από πριν ποιο θα είναι ποιο.

Τώρα υπάρχει ένα βλέμμα μετά. Μια μικρή αναμονή. Αν γυρίσω στο ποτήρι μου, βλέπω τα χέρια σου να φεύγουν από πάνω μου λίγο πιο γρήγορα. Αν εσύ με φιλήσεις φεύγοντας για τη δουλειά, πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται πως το βράδυ ίσως περιμένεις συνέχεια. Έτσι αρχίσαμε να φιλιόμαστε μόνο όταν ξέραμε πως έχουμε χρόνο να πηδηχτούμε. Τις υπόλοιπες ώρες, διστάζουμε ακόμη και να φιληθούμε, μήπως ο άλλος περιμένει περισσότερα απ’ όσα θέλουμε εκείνη τη στιγμή.

Το λέω κι από τη δική μου πλευρά. Υπήρξαν βράδια που σε φίλησα επειδή ήθελα σεξ κι εσύ ήσουν ήδη εξαντλημένος. Το κατάλαβα από το σώμα σου πριν μου το πεις. Έκανα πίσω και σε άκουσα να μου ζητάς συγγνώμη. Για λίγο ήθελα να θυμώσω, παρότι ήξερα πως δεν μου χρωστούσες τίποτα. Ήταν ακριβώς η ίδια παγίδα, μόνο που αυτή τη φορά την είχα στήσει εγώ. Πώς να με φιλήσεις άλλη φορά χωρίς να φοβηθείς ότι θα πρέπει να απολογηθείς για το πού θα σταματήσεις;

Θέλω να ξαναβάλουμε το φιλί σε μέρη όπου δε χωράει ολόκληρο το σ#ξ. Στην εξώπορτα, με τα κλειδιά στο χέρι. Στο διάδρομο, πριν χτυπήσει το τηλέφωνο. Στο τραπέζι, την ώρα που ένας από τους δυο μας λέει κάτι και ο άλλος δεν αντέχει να περιμένει να τελειώσει. Θέλω και τα φιλιά που ανοίγουν την πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Πολύ. Απλώς δεν θέλω να την ανοίγουν όλα, αλλιώς κάποια στιγμή θα πάψω να σε φιλάω όταν ξέρω πως πρέπει να μείνω στην κουζίνα.

Εκείνο το βράδυ πήρες το ποτήρι από τα χέρια μου και το γέμισες νερό. «Νόμιζα ότι ήθελες», είπες. «Ήθελα». Με κοίταξες σαν να σε μπέρδευα επίτηδες. Σε τράβηξα από την μπλούζα και σε φίλησα ξανά. Αυτή τη φορά κράτησες τα χέρια σου στο πρόσωπό μου. Όταν απομακρύνθηκα, δεν ρώτησες αν πάμε μέσα. Έμεινες εκεί, αρκετά κοντά ώστε να μπορώ να αλλάξω γνώμη. Δεν την άλλαξα. Μου έδωσες το ποτήρι και, για πρώτη φορά μετά από καιρό, το φιλί δεν έμοιαζε μισό.

Δεν ξέρω αν η επιθυμία μας χρειάζεται περισσότερα φιλιά ή αν εμείς χρειάζεται να τα αφήσουμε ήσυχα. Ξέρω μόνο ότι θέλω να μπορώ να σε φιλάω χωρίς να σου χρωστάω το επόμενο βήμα. Και να μη νιώθεις ότι μου χρωστάς το δικό σου. Αν ένα φιλί μάς πάρει παρακάτω, θα πάμε. Απόψε, όμως, έλα να με φιλήσεις στην κουζίνα και άσε με να κρατήσω το ποτήρι. Δεν θέλω να χρειάζεται να διαλέξω ανάμεσα στο να κάνουμε σεξ και στο να μη με αγγίξεις καθόλου.

Συντάκτης: Virtual Unreality