Υπάρχουν στιγμές που μπορεί κανείς να βρίσκεται ανάμεσα σε δεκάδες ανθρώπους και παρ’ όλα αυτά να αισθάνεται μόνος. Να περπατά σε έναν γεμάτο δρόμο, να δουλεύει σε ένα γραφείο, να επιστρέφει σε μια πολυκατοικία γεμάτη διαμερίσματα και, στο τέλος της ημέρας, να μην έχει ανταλλάξει ούτε μία πραγματικά ουσιαστική κουβέντα. Αυτή η αίσθηση φαίνεται να γίνεται όλο και πιο συνηθισμένη. Αν μέσα σε περίπου είκοσι χρόνια η κοινωνικοποίηση έχει μειωθεί κατά 20%, τότε δε μιλάμε απλώς για μια αλλαγή στις συνήθειές μας. Μιλάμε για έναν διαφορετικό τρόπο ζωής.

Ο ΠΟΥ αναφέρει ότι μοναξιά βιώνει σήμερα περίπου ένας στους έξι ανθρώπους παγκοσμίως, ενώ στους εφήβους και στους νέους το ποσοστό πλησιάζει τον έναν στους πέντε. Κι αναρωτιέσαι πώς φτάσαμε ως εδώ, να πούμε ότι η απομόνωση δεν έρχεται πάντα με θόρυβο. Συνήθως έρχεται αθόρυβα. Μέσα από ένα «δεν προλαβαίνω σήμερα», ένα «θα τα πούμε κάποια στιγμή», μια επίσκεψη που αναβάλλεται ξανά και ξανά. Οι μέρες γεμίζουν υποχρεώσεις, δουλειά, μετακινήσεις και άγχος. Ο ελεύθερος χρόνος μικραίνει και μαζί του μικραίνουν και οι στιγμές που κάποτε έφερναν τους ανθρώπους κοντά.

Η εργασία έχει γίνει για πολλούς ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους. Οι απαιτήσεις είναι αυξημένες και η οικονομική ανασφάλεια κάνει τον άνθρωπο να σκέφτεται συνεχώς το επόμενο βήμα. Όταν κάποιος ανησυχεί για το ενοίκιο, τον μισθό ή το μέλλον του, η κοινωνική ζωή μπορεί εύκολα να περάσει σε δεύτερη μοίρα. Όχι επειδή δεν τη χρειάζεται, αλλά επειδή νιώθει ότι δεν έχει τον χρόνο ή την ενέργεια να τη ζήσει.

Ταυτόχρονα, έχουν αλλάξει και οι ίδιες οι κοινότητες. Παλαιότερα, οι άνθρωποι γνώριζαν συχνότερα τους γείτονές τους, κάθονταν στις αυλές, στις πλατείες, στα καφενεία και στα σπίτια ο ένας του άλλου. Υπήρχε μια αίσθηση οικειότητας. Κάποιος ήξερε ότι, αν χρειαζόταν βοήθεια, υπήρχε μια πόρτα δίπλα του που μπορούσε να χτυπήσει. Σήμερα, δεν είναι σπάνιο να ζουν άνθρωποι για χρόνια στην ίδια πολυκατοικία και να γνωρίζονται μόνο από ένα τυπικό «καλημέρα».

Αλλάζει επίσης και η οικογένεια. Οι συγγενείς ζουν συχνά μακριά, οι νέοι μετακομίζουν για σπουδές ή εργασία, οι παρέες σκορπίζουν σε διαφορετικές πόλεις και χώρες. Οι σχέσεις δεν χάνονται απαραίτητα, αλλά γίνονται πιο δύσκολες. Μια παλιά παρέα μπορεί να συνεχίζει να υπάρχει, όμως οι συναντήσεις να γίνονται όλο και πιο σπάνιες, μέχρι που κάποτε αρχίζεις να θυμάσαι περισσότερο το πώς ήταν παρά το πώς είναι σήμερα.

Μέσα σε όλα αυτά, η σύγχρονη κοινωνία προβάλλει έντονα την ανεξαρτησία. Μας μαθαίνει να στεκόμαστε μόνοι μας, να μη χρειαζόμαστε κανέναν, να κυνηγάμε προσωπικούς στόχους και να λύνουμε τα προβλήματά μας μόνοι. Η αυτονομία είναι σημαντική. Όμως υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στο να μπορείς να σταθείς μόνος και στο να συνηθίζεις να είσαι μόνος.

Η τεχνολογία έχει επίσης επηρεάσει τις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά δεν είναι η μοναδική αιτία. Μπορεί να μας κρατά σε επαφή με ανθρώπους που βρίσκονται μακριά, αλλά δεν μπορεί πάντα να αντικαταστήσει μια πραγματική παρουσία. Ένα μήνυμα μπορεί να πει «μου λείπεις», αλλά είναι διαφορετικό από το να κάθεσαι απέναντι από έναν άνθρωπο και να το βλέπεις στο πρόσωπό του.

Το πιο ανησυχητικό είναι ότι η μοναξιά μπορεί να γίνει συνήθεια. Ο άνθρωπος αρχίζει να βγαίνει λιγότερο, να τηλεφωνεί λιγότερο, να περιμένει λιγότερα από τους άλλους. Και κάποια στιγμή μπορεί να πείσει τον εαυτό του ότι δεν έχει ανάγκη κανέναν. Όμως η ανάγκη για σύνδεση παραμένει. Όλοι έχουμε ανάγκη κάποιον που θα μας ρωτήσει «πώς είσαι;» και θα θέλει πραγματικά να ακούσει την απάντηση.

Ίσως, λοιπόν, ο 21ος αιώνας να κινδυνεύει να γίνει ο αιώνας της απομόνωσης. Όχι επειδή οι άνθρωποι έπαψαν να αγαπούν ο ένας τον άλλον, αλλά επειδή η καθημερινότητα τούς αφήνει όλο και λιγότερο χώρο να το δείξουν.

Και ίσως η λύση να βρίσκεται σε μικρά πράγματα: σε ένα τηλεφώνημα χωρίς λόγο, σε έναν καφέ που δεν αναβάλλεται, σε ένα οικογενειακό τραπέζι, σε μια κουβέντα με έναν γείτονα. Γιατί τελικά αυτό που θυμόμαστε από τη ζωή μας δεν είναι πόσο απασχολημένοι ήμασταν. Είναι οι άνθρωποι με τους οποίους τη μοιραστήκαμε.

Συντάκτης: Ερμιόνη Φράγκου