Υπάρχει εκείνος ο άνθρωπος που δε θέλει να βγει. Το έχει αποφασίσει από νωρίς. Δεν έχει διάθεση να ντυθεί, δε θέλει να ψάχνει πάρκινγκ, δε θέλει να ακούσει για άλλη μία φορά το «πού θα πάμε τελικά;» ενώ κανείς δεν έχει αποφασίσει τίποτα και, κυρίως, δε θέλει να επιστρέψει σπίτι την ώρα που κανονικά θα έπρεπε να κοιμάται.
Θέλει απλώς να μείνει μέσα και το λέει ξεκάθαρα. «Δε θα έρθω σήμερα, παιδιά. Να περάσετε όμορφα» απλό, καθαρό, ειλικρινές.
Μέχρι να μάθει ότι τελικά θα βγουν χωρίς αυτόν. Εκεί συμβαίνει μια μικρή εσωτερική μεταστροφή που δεν εξηγείται εύκολα. Πριν από λίγο ήθελε να μείνει σπίτι, τώρα, όμως, αναρωτιέται γιατί κανείς δεν επέμεινε. Γιατί δεν του είπαν «έλα, θα περάσουμε να σε πάρουμε». Γιατί δεν άφησαν ένα μικρό περιθώριο διαπραγμάτευσης και κυρίως, γιατί ακούγονται τόσο ενθουσιασμένοι που θα βγουν χωρίς εκείνον.
Δεν ήθελε να πάει, όμως περιμενε να τον θέλουν εκει. Και κάπως έτσι δημιουργείται μία από τις πιο παράλογες αντιφάσεις στις παρέες. Θέλει να έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την έξοδο, χωρίς όμως η παρέα να θεωρήσει την άρνησή του οριστική. Θέλει να πει «όχι» και οι άλλοι να απαντήσουν «εντάξει, αλλά εμείς σε περιμένουμε».
Δεν είναι απαραίτητα θέμα εγωισμού. Μερικές φορές είναι απλώς η ανάγκη να ξέρει ότι η θέση του στην παρέα παραμένει εκεί ακόμη κι όταν ο ίδιος επιλέγει να μην καθίσει πάνω της. Γιατί υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο «δεν έχω διάθεση να βγω σήμερα» και στο «δε θέλω να είμαι μέρος της παρέας». Το πρόβλημα είναι ότι, όταν οι άλλοι αποφασίσουν να συνεχίσουν κανονικά το πρόγραμμά τους, εκείνος μπορεί να μπερδέψει τα δύο.
Και τότε έρχεται το story με την παρέα σε ένα τραπέζι, ποτήρια στον αέρα, γελια, μια φωτογραφία που, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, βγήκε καλύτερη από όλες όσες έχει τραβήξει ο ίδιος τα τελευταία δύο χρόνια. Κάπου εκεί ξεκινάει η εσωτερική διαπραγμάτευση «Καλά, ωραία περνάνε.» Μετά από λίγο «Μπορεί να πήγαινα τελικά.» Και λίγο αργότερα «Γιατί δε μου έστειλαν να ξαναρωτήσουν;»
Το πιο αστείο είναι ότι, αν του έστελναν δεύτερη φορά, πιθανότατα θα απαντούσε «παιδιά, είπα ότι δε θα έρθω» αυτό ακριβώς είναι το παράδοξο.
Δε θέλει απαραίτητα να τον πείσουν, θέλει να ξέρει ότι θα μπορούσαν να τον πείσουν.Και ίσως αυτό να έχει να κάνει περισσότερο με την αίσθηση του «ανήκειν» παρά με την ίδια την έξοδο. Υπάρχει μια ασφάλεια στο να ξέρει κανείς ότι, ακόμη κι αν λείψει μία φορά, δεν παύει να αποτελεί κομμάτι της παρέας. Δε χρειάζεται να είναι παρών σε κάθε καφέ, κάθε ποτό, κάθε αυθόρμητη έξοδο και κάθε φωτογραφία που θα καταλήξει σε ομαδική συνομιλία με δεκαεπτά μηνύματα και οι φίλοι του δε χρειάζεται να περιμένουν μέχρι να αποφασίσει αν τελικά έχει όρεξη να φορέσει παπούτσια.
Η ζωή της παρέας μπορεί να συνεχιστεί και χωρίς εκείνον μπορούν να βγουν, να γελάσουν, να κάνουν τα δικά τους και την επόμενη μέρα να τον ρωτήσουν «τι κάνεις;» χωρίς καμία περίεργη υποσημείωση. Γιατί η καλή παρέα δεν είναι αυτή στην οποία όλοι είναι υποχρεωμένοι να βρίσκονται παντού. Είναι εκείνη στην οποία κάποιος μπορεί να πει «σήμερα δεν έρχομαι» και να ξέρει ότι αύριο θα έχει ακόμη τη θέση του.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το δύσκολο κομμάτι να μάθει κανείς ότι η απουσία του από μια έξοδο δεν αποτελεί απουσία από τη ζωή των άλλων. Μπορεί να χάσει ένα βράδυ και να μη χάσει την παρέα ή μπορεί να μείνει σπίτι χωρίς να χρειάζεται να ελέγχει κάθε μισή ώρα αν περνάνε καλά. Μπορεί ακόμη και να δει το story, να ζηλέψει λίγο, να αφήσει ένα «χαχα, καλά να περάσετε» και να συνεχίσει τη σειρά του. Βέβαια, υπάρχει πάντα και η περίπτωση να ανεβάσουν φωτογραφία από το μέρος που ήθελε να πάει εδώ και τρεις μήνες. Τότε, κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί την ψυχραιμία του.
