Αν ρωτήσεις χίλιους ανθρώπους, ποιο είναι το σημείο εκείνο που τους οδηγεί στον χωρισμό, οι περισσότεροι θα πουν με μια φωνή : «Όταν αρχίζει να με πληγώνει». Υπάρχει όμως ρε παιδιά και εκείνο το ποσοστό ανθρώπων που ενώ η σχέση τους αρχίζει και τους πονάει όλο και περισσότερο συνεχίζουν μέχρι να σιγουρευτούν ότι οι ίδιοι ό,τι και να κάνει πλέον ο άλλος δεν πονάνε πια.
Και αυτό αποτελεί μια τεράστια διαφορά. Γιατί αυτή η κατηγορία των ανθρώπων μέχρι να φτάσουν εκεί, έχουν ήδη κάνει τον χωρισμό νοητά μέσα τους δεκάδες φορές. Έχουν απογοητευτεί, έχουν θυμώσει, έχουν περιμένει, έχουν εξηγήσει, έχουν ξαναδώσει ευκαιρίες, έχουν κάνει ότι δεν βλέπουν, έχουν πει «θα αλλάξει μωρέ» και έχουν πει «ας κάνω λίγο ακόμη υπομονή», αμέτρητες φορές.
Και κάποια στιγμή συμβαίνει μέσα τους κάτι σχεδόν αόρατο. Δεν περιμένουν πια, δεν θυμώνουν, δεν ζηλεύουν, δεν ρωτούν τίποτα και δεν τους ενδιαφέρει πού είναι ο άλλος, τι κάνει, με ποιον μιλάει, αν θα στείλει και αν θα έρθει. Και τότε λένε: «Δεν ξέρω τι έπαθα, απλώς νομίζω πως δε νιώθω τίποτα πλέον». Ίσως τελικά αυτό που έπαθαν, είναι ότι κουράστηκαν να νιώθουν πια.
Ξέρετε, υπάρχει μια φράση στα social media και περιγράφει αυτήν την κατάσταση με έναν κάπως ωμό τρόπο : «Date’ em till you hate’ em», δηλαδή, βγες μαζί τους μέχρι να τους μισhσεις. Μείνε μαζί τους μέχρι να μη σου κάνει πια ο άλλος/η τίποτα ή μέχρι να μην υπάρχει τίποτα άλλο να χάσεις. Και πιστεύω πως αυτό συμβαίνει, γιατί για κάποιους ανθρώπους ο πραγματικός φόβος δεν είναι ο χωρισμός αλλά στην ουσία είναι ο πόνος του χωρισμού.
Έτσι, χωρίς να το καταλαβαίνουν πάντα, αρχίζουν αυτοί οι άνθρωποι να κάνουν κάτι παράξενο: παρατείνουν τη σχέση μέχρι ο ίδιος άνθρωπος που κάποτε αγαπούσαν και λάτρευαν, να πάψει να έχει πρόσβαση στο συναίσθημά τους. Σα να χρειάζονται να μετατρέψουν την αγάπη σε αδιαφορία για να καταφέρουν να φύγουν. Ε και κάπου εδώ όμως ξεκινάει όλο το μπέρδεμα.
Γιατί όταν υπάρχει πρόβλημα, υπάρχουν δυο άνθρωποι που ο ένας μπορεί να πει: «Ξέρεις έλα εδώ πρέπει να το λύσουμε» και ο άλλος μπορεί να σκέφτεται : «Ας το αφήσουμε λίγο μωρέ, θα περάσει». Μετά όμως έρχεται ένα δεύτερο πρόβλημα, μετά ένα τρίτο και ου τω καθεξής. Κάθε φορά όμως γίνεται μια μικρή εσωτερική υποχώρηση με : «Δεν πειράζει», «Δεν θα το κάνω θέμα», «Δεν αξίζει τον καυγά» ή «Δεν είναι τώρα η κατάλληλη στιγμή». Μόνο που τα πράγματα που δεν συζητιούνται ξέρετε, δεν εξαφανίζονται ως δια μαγείας. Απεναντίας, κάθονται κάπου μέσα σου και μαζεύονται, μέχρι που μια μέρα δεν έχεις πια διάθεση να εξηγείς τίποτε.
Και αυτό είναι το σημείο που πολλές σχέσεις τελειώνουν πραγματικά. Όχι όταν λέγεται η λέξη «χωρίζουμε», αλλά όταν ο ένας σταματάει να προσπαθεί να γίνει κατανοητός. Γιατί όσο ακόμη εξηγείς, υπάρχει προσδοκία, όσο ακόμη θυμώνεις, υπάρχει επένδυση και όσο ακόμη ζητάς, υπάρχει ελπίδα ότι κάτι μπορεί να αλλάξει. Η αδιαφορία εξάλλου είναι συχνά πολύ μεταγενέστερο στάδιο.
Και εδώ υπάρχει μια μεγάλη παρεξήγηση. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν ότι ο άλλος που φεύγει ψύχραιμα «δεν αγάπησε αρκετά», ενώ μπορεί να συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Αυτός ο άνθρωπος μπορεί να έχει αγαπήσει τόσο πολύ, που χρειάστηκε πολύ χρόνο για να αποδεχτεί ότι αυτό που ήθελε δεν μπορεί να υπάρξει με τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Ο άνθρωπος που φαίνεται να χωρίζει «ξαφνικά» μπορεί να έχει περάσει μήνες ή και χρόνια αποχαιρετώντας τη σχέση σιωπηλά και αθόρυβα. Και εκεί ο άλλος μένει με την απορία : «Μα πώς γίνεται χθες να με αγαπούσες και σήμερα να μην νιώθεις τίποτα;»
Κι όμως γίνεται. Γιατί αυτό που βλέπεις σήμερα μπορεί να είναι το αποτέλεσμα όλων όσων δεν είδες χθες. Των μικρών απογοητεύσεων, των ανεκπλήρωτων υποσχέσεων, των συζητήσεων που δεν έγιναν όταν έπρεπε να γίνουν, των αναγκών που ειπώθηκαν και δεν εισακούστηκαν, των «δεν πειράζει» που στην πραγματικότητα πείραζαν πάρα πολύ.
Και υπάρχει και κάτι ακόμη. Μερικοί άνθρωποι χρειάζονται να κάνουν τον άλλον τον «κακό» της ιστορίας μέσα στο μυαλό τους για να καταφέρουν να βρουν την δύναμη να φύγουν. Αρχίζουν για παράδειγμα να εστιάζουν αποκλειστικά στα ελαττώματά του, σε όλα όσα τους ενοχλούν, σε μια μικρή συνήθεια που παλιά τους φαινόταν χαριτωμένη και τώρα τους εκνευρίζει, στο γέλιο του/της που γίνεται ενοχλητικό, τα μηνύματα που τώρα γίνονται βάρος και στην παρουσία του/της που γίνεται από υποχρέωση.
Και σιγά-σιγά ο άνθρωπος παύει να βλέπει τον σύντροφό του ως ολόκληρο άνθρωπο και αρχίζει να βλέπει μόνο αυτό που δεν αντέχει. Και μην γελιέστε, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το κάνει συνειδητά, μπορεί να είναι ένα τρόπος ψυχικής αποσύνδεσης. Αν καταφέρω να σε δω ως «τον άνθρωπο που δεν αντέχω», ίσως μπορέσω να φύγω χωρίς να καταρρεύσω από την απώλεια του ανθρώπου που κάποτε αγάπησα.
Μόνο που φίλοι μου υπάρχει ένα πρόβλημα. Όταν περιμένεις μέχρι να μισήσεις κάποιον για να μπορέσεις να φύγεις, δεν προστατεύεις μόνο τον εαυτό σου από τον πόνο αλλά στερείς και από την σχέση την ευκαιρία να τελειώσει με αξιοπρέπεια. Γιατί δεν χρειάζεται κάποιος να γίνει τέρας για να δικαιολογείται ένας χωρισμός, δεν χρειάζεται να σε προδώσει, να σε κακ0ποιήσει ή να συμβεί κάτι θεαματικό. Μερικές φορές αρκεί απλώς να μην μπορείτε να συναντηθείτε εκεί που χρειάζεται. Και αυτό από μόνο του είναι αρκετό.
Σκέφτομαι πως ίσως το πιο ώριμο πράγμα που μπορούμε να μάθουμε από τις σχέσεις είναι ότι δεν χρειάζεται να περιμένουμε μέχρι να μισήσουμε κάποιον για να παραδεχτούμε ότι δεν μπορούμε άλλο. Να σας πω κάτι; Μπορείτε να φύγετε ενώ ακόμη αγαπάτε. Και αυτό είναι από τα πιο δύσκολα πράγματα που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος. Γιατί τότε δεν έχει το μίσος να τον σπρώχνει προς την πόρτα, έχει μόνο την αλήθεια. Και η αλήθεια είναι πολύ πιο δύσκολη. Να πεις «Σε αγαπώ, αλλά αυτή η σχέση δεν μου κάνει πλέον καλό», «Σε αγαπώ, αλλά δεν μπορώ να συνεχίσω άλλο έτσι», ή «Δεν χρειάζεται να σε μισήσω για να φύγω».
Τελικά παιδιά, ίσως τελικά αυτό να είναι το πραγματικό αντίθετο του «date’em till you hate’em». Να μην περιμένεις να γίνει η αγάπη αηδία για να πάρεις στα σοβαρά την δυστυχία σου. Να μην περιμένεις να αδειάσει τελείως το ποτήρι για να παραδεχτείς ότι διψάς και να μην χρειάζεται να καταστραφεί κάτι ολοκληρωτικά για να καταλάβεις ότι έχει ήδη τελειώσει.
Θα το λέω πάντοτε. Κάποιες σχέσεις δεν τελειώνουν όταν σταματάμε να αγαπάμε, τελειώνουν όταν καταλαβαίνουμε ότι η αγάπη, από μόνη της, δεν αρκεί για να κάνει μια σχέση βιώσιμη. Η πιο σκληρή μορφή χωρισμού δεν είναι αυτή που γίνεται με κλάματα. Είναι αυτή που γίνεται ήσυχα. Όταν κοιτάς έναν άνθρωπο που κάποτε δεν μπορούσες να φανταστείς τη ζωή σου χωρίς εκείνον και ξαφνικά καταλαβαίνεις ότι μπορείς. Και έτσι χωρίς θυμό, χωρίς εκδίκηση, χωρίς μίσος, απλώς επειδή μέσα σου έχει ήδη τελειώσει η αναμονή, αποχωρείς πλήρης.
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη
