Δώδεκα και είκοσι το βράδυ. Έχουμε φτάσει στο σημείο όπου κανείς δεν θυμάται από πού ξεκίνησε, και τότε κάποιος λέει τη φράση που τερματίζει τα πάντα: «δεν μπορώ τώρα, έχω σύσκεψη στις εννιά». Και έχει δίκιο. Έχω κι εγώ. Οπότε σβήνουμε το φως και μένουμε ξύπνιοι στο σκοτάδι, προσποιούμενοι ότι κοιμόμαστε για να μη χαλάσουμε τον ύπνο του άλλου.
Αυτό το επεισόδιο δεν είναι για τον τσακωμό — υπάρχουν άπειρα podcast για το πώς να τσακώνεσαι σωστά. Είναι για το πρωί μετά. Για τις οχτώ ώρες υποχρεωτικής κανονικότητας, όπου λες «καλημέρα» με τη σωστή κατάληξη, διαφωνείς ευγενικά με κάποιον που λέει κάτι ανόητο, και τα κάνεις όλα τόσο καλά που κανείς δεν καταλαβαίνει τίποτα. Στις πέντε δεν είσαι κουρασμένη από τη δουλειά· είσαι κουρασμένη από τη συντήρηση του προσώπου.
Και φτάνω σε κάτι άβολο: εκείνες οι οχτώ ώρες είναι αποδεικτικό στοιχείο εναντίον μας. Αποδεικνύουν ότι η ψυχραιμία υπάρχει, λειτουργεί, και τη δίνουμε κάθε μέρα σε ανθρώπους που δεν αγαπάμε. Στο σπίτι δεν τη δίνουμε, γιατί στο σπίτι δεν σε απολύουν.
Μιλάω και για το τι κάνει ο τσακωμός στα κενά της μέρας — στο ασανσέρ, στη διαδρομή — όπου δεν ηρεμούμε, ετοιμάζουμε δικογραφία. Γι’ αυτό το βράδυ συζητάμε τον τσακωμό και ποτέ το αρχικό θέμα. Και γι’ αυτό επιστρέφει σε δύο εβδομάδες, με άλλη αφορμή και τα ίδια λόγια.
Προτείνω δύο προτάσεις, κυριολεκτικά: «δεν τελείωσε, στις εννιά». Δεν λύνουν τίποτα και αλλάζουν όλη τη μέρα.
