Μόλις ακούσουμε ότι ένα ζευγάρι χώρισε, πιάνουμε δουλειά. Ποιος έφταιξε, ποιος κουράστηκε, ποιος έκανε κάτι, ποιος θα βρει πρώτος τον επόμενο. Κι αν δεν έχουμε πληροφορίες, έχουμε φαντασία. Μας δυσκολεύει περισσότερο ένας χωρισμός χωρίς κατηγορητήριο, γιατί πού ακριβώς θα πάρουμε θέση; Ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος ανακοίνωσε ότι δεν είναι πλέον μαζί με τη Λίνα Πρίντζου και μας άφησε με κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον από έναν ακόμη τίτλο για το τέλος ενός γάμου: την άρνησή του να θεωρήσει άχρηστη τη ζωή που μοιράστηκαν.
Καλεσμένος στη Ναταλία Γερμανού και στο «Καλύτερα Δε Γίνεται», την Κυριακή 4 Οκτωβρίου, ο ηθοποιός μίλησε για τις μεγάλες αλλαγές στην προσωπική του ζωή. Αναφέρθηκε στην ξαφνική απώλεια του πατέρα του και αποκάλυψε ότι ο ίδιος και η Λίνα έχουν χωρίσει εδώ και κάποιο διάστημα. Για τη σχέση τους εξήγησε πως εξακολουθούν να αγαπιούνται, να σέβονται ο ένας τον άλλον και να είναι διαθέσιμοι να στηρίξουν ο ένας τον άλλον όταν χρειαστεί. Και είπε τη φράση που αξίζει να κρατήσουμε: «Ένας χωρισμός θα μπορούσε να θεωρηθεί αποτυχία αν είχες μετανιώσει με τον άνθρωπο που ήσουν μαζί».
Εκεί κάπου χαλάει το γνώριμο σενάριο. Γιατί έχουμε συνηθίσει να απαιτούμε από μια σχέση να κρατήσει για πάντα, αλλιώς της βάζουμε μηδέν αναδρομικά. Έζησες χρόνια με έναν άνθρωπο; Τα έχασες. Τον αγάπησες; Δεν άξιζε. Έκανες σχέδια; Πόσο αφελής ήσουν. Λες και τη μέρα που κάποιος μαζεύει τα πράγματά του, πρέπει να μαζέψει και κάθε απόδειξη ότι υπήρξατε ευτυχισμένοι. Λες και το τελευταίο σας βράδυ έχει την εξουσία να αποφασίσει τι ήταν όλα τα προηγούμενα.
Μετά από έναν χωρισμό, είναι δελεαστικό να ξαναπείς την ιστορία βάζοντας όλο το φταίξιμο στον άλλον. Να θυμάσαι μόνο τους καβγάδες, να κάνεις ανέκδοτο στις παρέες εκείνον που κάποτε αποκαλούσες σπίτι σου. Κάποιες φορές ο θυμός είναι απολύτως δικαιολογημένος· κανείς δεν οφείλει καλές κουβέντες σε έναν άνθρωπο που τον πλήγωσε. Όταν όμως δεν είναι αυτή η δική σου αλήθεια, δεν χρειάζεται να επινοήσεις έναν κακό για να εξηγήσεις γιατί έφυγες. Επιτρέπεται να τελειώσει μια σχέση ακόμη κι αν ο άνθρωπος που αγάπησες δεν ήταν μαλάκας.
Αυτό έχει ενδιαφέρον στον τρόπο που μίλησε ο Χαραλαμπόπουλος: περιέγραψε το τέλος χωρίς να απαξιώσει τον άνθρωπο. Δεν γνωρίζουμε τις ιδιωτικές τους δυσκολίες, ούτε μας τις χρωστούν. Ξέρουμε όσα επέλεξε να πει δημόσια. Και μέσα σε αυτά υπάρχει χώρος για μια σκέψη που στις συζητήσεις μας συνήθως στριμώχνεται: μπορεί να εκτιμάς βαθιά κάποιον και να μην μπορείς πλέον να ζήσεις μαζί του. Να κρατάς την αγάπη, αλλά να αναγνωρίζεις ότι ο κοινός τρόπος ζωής έχει τελειώσει.
Βέβαια, το «δεν μετανιώνω» δεν είναι διαγωνισμός ανωτερότητας. Ούτε χρειάζεται να ευγνωμονεί κανείς μια σχέση που τον πλήγωσε, τον φόβισε ή τον μικραίνει ακόμη και στη μνήμη του. Ο ηθοποιός μίλησε για τη δική τους ιστορία. Δεν έδωσε εντολή σε όλους τους χωρισμένους να βγουν για καφέ με τον πρώην. Η ουσία βρίσκεται στην ελευθερία να πεις την αλήθεια σου χωρίς να παίξεις τον ρόλο που περιμένει το ακροατήριο. Είτε αυτή είναι ότι θέλεις απόσταση είτε ότι, παρά το τέλος, κρατάς κάτι πολύτιμο.
Κι ύστερα υπάρχει η κοινωνική επιτροπή των γάμων. Μετράει επετείους, κοινές φωτογραφίες και χρόνια συμβίωσης σαν να είναι βαθμολογία. Όσο δύο άνθρωποι παραμένουν μαζί, τους θεωρεί επιτυχημένους χωρίς να ξέρει τίποτα για την καθημερινότητά τους. Αν χωρίσουν, σπεύδει να αποφασίσει ότι πήγαν χαμένα όλα. Τόσα χρόνια μαζί και να τα χαλάσουν; Ναι, τόσα χρόνια μαζί. Τα χρόνια αυτά υπήρξαν, ακόμη κι αν δεν ακολουθήσουν άλλα. Δεν είναι προκαταβολή που χάνεται μόλις λήξει ο γάμος.
Οι κοινές αναμνήσεις, όμως, δεν είναι χειροπέδες. Μπορείς να θυμάσαι ένα ταξίδι και να χαμογελάς χωρίς να θέλεις να κλείσεις ξανά εισιτήρια με τον ίδιο άνθρωπο. Να αναγνωρίζεις τη στήριξη που σου έδωσε χωρίς να υπογράφεις ότι θα συνεχίσεις να είσαι ο σύντροφός του. Η ευγνωμοσύνη δεν σε υποχρεώνει να μείνεις. Κι η απόφαση να φύγεις δεν σε υποχρεώνει να γίνεις αχάριστος. Αυτό το μπέρδεμα μάς έχει κρατήσει σε σπίτια όπου η ιστορία ήταν πλούσια, αλλά το παρόν είχε στενέψει επικίνδυνα.
Ίσως γι’ αυτό η δήλωσή του αξίζει περισσότερο από την περιέργειά μας για τις λεπτομέρειες. Μας επιτρέπει να κοιτάξουμε έναν χωρισμό χωρίς να ψάξουμε αμέσως νικητή και ηττημένο. Δύο άνθρωποι μπορούν να αλλάξουν πορεία χωρίς να διασύρουν τη διαδρομή τους. Και μπορούν να μας αφήσουν χωρίς εξηγήσεις για όσα συνέβησαν μεταξύ τους. Το ότι μια προσωπική είδηση ειπώθηκε στην τηλεόραση δεν κάνει ολόκληρο τον γάμο δημόσιο αρχείο.
Στο τέλος, ίσως αυτό είναι που μας ξεβολεύει: ότι ένας άνθρωπος μπορεί να πει πως έφυγε και πως άξιζε που είχε μείνει τότε. Να μην επιστρέψει, αλλά και να μην ξαναγράψει το παρελθόν για να βγει δικαιωμένος. Ο Χαραλαμπόπουλος επέλεξε να μιλήσει για έναν χωρισμό μέσα στον οποίο ο σεβασμός παραμένει. Κι εμείς, που τόσο εύκολα μετράμε τη διάρκεια, μπορούμε για μια φορά να αναρωτηθούμε τι ακριβώς μετράμε. Γιατί το «για πάντα» γίνεται πολύ φτωχός στόχος όταν το μόνο που έχει απομείνει είναι το «ακόμη εδώ».
