Στο μυαλό σου έχεις ήδη βάλει να κλείσει την πόρτα. Ξέρεις ποιος θα κάνει το πρώτο βήμα, πόσο κοντά θα σταθεί και σε ποια ακριβώς στιγμή θα πάψεις να παριστάνεις πως αντιστέκεσαι. Η σκηνή παίζει τέλεια, γιατί έχεις κόψει στο μοντάζ κάθε άβολο λεπτό. Αλλά αν αύριο βρισκόσουν πραγματικά μπροστά του, θα το ήθελες; Ή σε ανάβει κυρίως το ότι απόψε μπορείς να τον φανταστείς χωρίς να χρειαστεί να αντιμετωπίσεις κάτι το πρωί;

Μπορεί να φαντασιώνεσαι έναν άγνωστο που σε πλησιάζει χωρίς δισταγμό, ενώ στην πράξη θα γύριζες την πλάτη σε κάποιον που αγνοεί την πρώτη σου άρνηση. Μπορεί να σε ανάβει η εικόνα ενός τρίτου προσώπου στο κρεβάτι σας, αλλά να μη θέλεις κανέναν τρίτο να μάθει πώς σε κοιτάζει ο σύντροφός σου εκείνη την ώρα. Να σκέφτεσαι έναν άνθρωπο που «δεν πρέπει» και να μη θέλεις ούτε να τον φιλήσεις αν βρεθείτε μόνοι. Η φαντασίωση παίρνει μια λεπτομέρεια και τη φουσκώνει μέχρι να γεμίσει το δωμάτιο. Η πραγματικότητα φέρνει μαζί της και τις υπόλοιπες.

Αυτό είναι που δυσκολεύει την κουβέντα. Του λες «σκέφτηκα να…» την ώρα που σε φιλά, κι εκείνος ακούει «κανόνισέ το». Εσύ μπορεί να ήθελες μόνο να δεις πώς θα αλλάξει το βλέμμα του. Να αφήσεις τη σκέψη ανάμεσά σας, να την ακουμπήσετε χωρίς να την ανοίξετε ολόκληρη. Κι ύστερα βρίσκεσαι να εξηγείς ότι δεν υπάρχει ημερομηνία, πρόσκληση και λίστα συμμετεχόντων. Αν κάθε φαντασίωση αντιμετωπίζεται σαν εκκρεμότητα προς υλοποίηση, κάποια στιγμή σταματάς να λες και τις πιο καυτές.

Η φαντασίωση έχει ένα προνόμιο που η πραγματικότητα δεν μπορεί να σου υποσχεθεί: σου δίνει μόνο το κομμάτι που σε ανάβει. Ο άνθρωπος που δεν «πρέπει» σε κοιτάζει όπως θέλεις, χωρίς μετά να χρειαστεί να απαντήσεις σε μήνυμα, να διαλέξεις πλευρά ή να συναντηθείτε αμήχανα την επόμενη μέρα. Ο άγνωστος πλησιάζει ακριβώς όσο θέλεις και σταματά ακριβώς όταν το θέλεις. Ακόμη κι όταν φαντάζεσαι πως αφήνεις τον έλεγχο, εσύ αποφασίζεις πότε τελειώνει η σκηνή. Ίσως γι’ αυτό μερικά σενάρια σε καίνε όσο μένουν στο μυαλό σου και σε αφήνουν παγερά αδιάφορη μόλις αποκτήσουν πραγματικό όνομα και διεύθυνση.

Υπάρχουν, βέβαια, και εκείνες που θέλεις στ’ αλήθεια να δοκιμάσεις. Δεν χρειάζεται να τις κάνεις αυτούσιες. Μπορεί να νομίζεις πως θέλεις να σε διεκδικήσει ένας ξένος, ενώ αυτό που σου λείπει είναι να πάρει ο δικός σου άνθρωπος την πρωτοβουλία χωρίς να του τη ζητήσεις τρεις φορές. Μπορεί να φαντασιώνεσαι να σε βλέπουν, ενώ αυτό που ζητάς είναι να σε κοιτάξει εκείνος όπως σε κοιτούσε στην αρχή. Αν βρεις ποια λεπτομέρεια σε κάνει να δαγκώνεις το χείλος σου, ίσως δεν χρειάζεσαι όλη την παραγωγή. Χρειάζεσαι αυτή τη λεπτομέρεια, ζωντανή.

Το ενδιαφέρον δεν είναι αν ξέρει να πραγματοποιήσει τη φαντασίωσή σου. Είναι αν αντέχει να την ακούσει χωρίς να θεωρήσει πως του την υποσχέθηκες. Του λες μόνο την αρχή και βλέπεις το βλέμμα του να αλλάζει. Σε ρωτά τι έγινε μετά κι εσύ αφήνεις την απάντηση μισή, τόσο ώστε να την πάρει μαζί του όταν φύγετε από το τραπέζι. Μπορεί να μην κάνετε ποτέ αυτό που περιέγραψες. Μπορεί όμως από εκείνο το βράδυ να ξέρει ακριβώς πώς να σε κοιτάζει. Κι αυτό να αποδειχθεί πολύ πιο καύλα από το να προσπαθήσετε να παίξετε ολόκληρη τη σκηνή.

Κι αν αποφασίσετε να τη φέρετε στην πράξη, αφήστε χώρο για την πραγματική σας εκδοχή. Μιλήστε για το τι θέλετε και τι σας χαλάει, και δώστε ο ένας στον άλλον την άνεση να αλλάξει γνώμη εκείνη τη στιγμή. Το χθεσινό «θα το έκανα» δεν σας δεσμεύει σήμερα. Το «σταμάτα» δεν είναι προσβολή ούτε βαθμολογία της επίδοσής σου. Αν για να πετύχει το σενάριο πρέπει κάποιος να υπομείνει ένα κομμάτι που δεν θέλει, το σενάριο είναι για πέταμα, όσο καύλα κι αν έδειχνε στο μυαλό σας.

Το πιο ύπουλο, τελικά, είναι η απαίτηση να αποδείξεις πόσο τολμηρή είσαι. Είπες κάτι που σε άναψε και τώρα φοβάσαι να πεις πως τελικά δεν το θέλεις; Μπορείς. Μπορείς επίσης να θέλεις μόνο την περιγραφή, μόνο το φλερτ, μόνο το πρώτο λεπτό πριν συμβεί οτιδήποτε. Δεν χρειάζεται να απολογηθείς επειδή το σώμα σου, όταν έφτασε η στιγμή, είχε άλλη γνώμη από τη φαντασία σου. Καύλα δεν είναι να κερδίζεις έναν διαγωνισμό συνέπειας απέναντι σε όσα σκέφτηκες μόνη σου στις δύο το πρωί.

Οπότε πριν ρωτήσεις «θα το έκανα;», ρώτα «τι ακριβώς με ανάβει εδώ;». Η απαγόρευση, η πρωτοβουλία, η έκπληξη, το να σε κοιτούν σαν να μην υπάρχει κανείς άλλος; Αυτό μπορείς να το ζητήσεις και να το ζήσεις με έναν τρόπο που σε θέλει παρούσα, όχι κομπάρσο στη σκηνή που έφτιαξες. Κι αν η υπόλοιπη φαντασίωση είναι καλύτερη πίσω από κλειστά μάτια, άφησέ την εκεί. Δεν χρωστάς σε κάθε φαντασίωση ένα πραγματικό σώμα, ένα ραντεβού κι ένα επόμενο πρωί. Κάποιες σε ανάβουν ακριβώς επειδή δεν χρειάστηκε ποτέ να τις κάνεις.

Συντάκτης: Virtual Unreality