Έντεκα και τέταρτο, μια Παρασκευή. Συμβαίνει κάτι στη δουλειά και μέσα σε τέσσερα λεπτά το έχω πει — με όλες τις λεπτομέρειες, με το «δεν το πιστεύω, σου ορκίζομαι», δίπλα στον καφέ. Σε έναν συνάδελφο. Στον άνθρωπό μου το είπα στις εννιά και μισή το βράδυ, ενώ έστρωνα το τραπέζι, σε τρεις προτάσεις.

Αυτό το επεισόδιο δεν είναι για απιστία ούτε για έρωτες στο γραφείο. Είναι για κάτι πιο συνηθισμένο και πιο αθόρυβο: ότι ο άνθρωπος που ξέρει την πιο πρόσφατη εκδοχή μας συχνά δεν είναι ο σύντροφός μας, αλλά κάποιος που δεν τον διαλέξαμε καν — μας τον έδωσε ένα οργανόγραμμα.

Μιλάω για τους τρεις λόγους που συμβαίνει, και κανένας τους δεν είναι ρομαντικός: ο συγχρονισμός, γιατί ο συνάδελφος παίρνει το ακατέργαστο υλικό ενώ ο σύντροφος παίρνει την περίληψη δώδεκα ώρες μετά· το κοινό διακύβευμα· και το ότι στον συνάδελφο δεν χρειάζεται να εξηγήσεις τα βασικά.

Και φτάνω σε κάτι άβολο: ο κίνδυνος δεν είναι να ερωτευτείς. Είναι ότι ο συνάδελφος γίνεται μια σχέση χωρίς συντήρηση — σε βλέπει μόνο ικανό, ποτέ άρρωστο, ποτέ άκεφο, ποτέ να παίρνεις δύσκολη απόφαση. Η σύγκριση είναι στημένη.

Η πραγματική ζημιά όμως είναι άλλη: αν επί δύο χρόνια δίνεις στον άνθρωπό σου μόνο περιλήψεις, θα έχεις απόλυτο δίκιο να πεις «δε με ξέρει πια». Απλώς θα το έχεις φτιάξει εσύ.

Κλείνω με τη διάκριση ανάμεσα στο να μοιράζεσαι και στο να ξεφορτώνεσαι — και με μια ερώτηση: ποιος έμαθε πρώτος το σημαντικότερο πράγμα που σας συνέβη αυτή την εβδομάδα;

Συντάκτης: Λυδία Δαμάσκου