Τραπέζι οχτώ ατόμων, από αυτά που δεν τα διάλεξες. Λες το όνομά σου, ο άλλος λέει το δικό του, και μέσα σε δώδεκα δευτερόλεπτα έρχεται η ερώτηση. “Και τι κάνεις;”. Απαντάς και βλέπεις την άλλη πλευρά να ταξινομεί. Δεν είναι κακία, είναι βιβλιοθηκονομία: σε βάζει σε ένα ράφι, και όλη η βραδιά γίνεται η διαπραγμάτευση για το αν θα βγεις από αυτό το ράφι.

Σε αυτό το επεισόδιο μιλάω για την πιο αθώα και την πιο αποφασιστική ερώτηση που κάνουμε σε έναν άγνωστο. Και δεν θα την κατηγορήσω: το επάγγελμα είναι το μόνο κομμάτι μας που μεταφέρεται σε δύο λέξεις και σημαίνει κάτι για τον άλλον, μια διεύθυνση, όχι ένα σπίτι. Συστηνόμαστε έτσι επειδή είναι το μόνο κομμάτι μας που κάποιος μπορεί να επιβεβαιώσει αμέσως.

Το ερώτημα είναι τι γίνεται όταν ζήσουμε αρκετά χρόνια μέσα στη συντομογραφία. Γιατί δεν μένει στο τραπέζι — βγαίνει έξω μαζί μας. Αρχίζουμε να εξηγούμε τον άνθρωπό μας με βάση τη δουλειά του· στην αρχή είναι εσωτερικό αστείο του ζευγαριού, μετά από χρόνια γίνεται φάκελος.

Και κάτι πιο σιωπηλό: στον άγνωστο ρωτάμε «και τι κάνεις;» με πραγματική περιέργεια. Στον άνθρωπό μας έχουμε σταματήσει, γιατί νομίζουμε ότι ξέρουμε. Ξέρουμε τον τίτλο. Σπάνια ξέρουμε τη μέρα.

Κλείνω με δύο ερωτήσεις. Πώς θα συστηνόσασταν αν σας απαγόρευαν να πείτε τι δουλειά κάνετε — και πότε ρωτήσατε τελευταία φορά τον άνθρωπό σας «και τι κάνεις;» εννοώντας το.

Συντάκτης: Λυδία Δαμάσκου