Τρεις η ώρα το πρωί, τρίτη φορά μέσα στη βδομάδα, ξαναλές την ίδια ιστορία σε κάποιον που έχει την υπομονή να σε ακούσει. Δεν θέλεις κατανόηση. Θέλεις κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο, πολύ πιο πρωτόγονο: θέλεις να σου πουν ότι έχεις δίκιο. Το μπερδεύουμε συνέχεια με το «θέλω να με καταλάβεις», αλλά δεν είναι το ίδιο πράγμα. Το δίκιο σε απαλλάσσει. Η κατανόηση σε εξετάζει. Κι εμείς, τις περισσότερες φορές, δεν αντέχουμε να μας εξετάζουν. Θέλουμε απλώς να γλιτώσουμε.

Μετά έρχονται οι ουδέτεροι φίλοι και σου χαλάνε τη μέρα. Σου λένε ότι κάτι σάπισε κι από τις δύο μεριές, ότι ίσως δεν φταίει μόνο εκείνος. Δεν το αντέχεις αυτό. Προτιμάς την ανοιχτή διαφωνία από την ουδετερότητα, γιατί η διαφωνία τουλάχιστον σου δίνει κάτι να χτυπήσεις. Η ουδετερότητα δεν σου δίνει τίποτα. Σε αφήνει μετέωρο.

Κι αν τύχει να μιλήσεις με ψυχολόγο, ακούς το χειρότερο απ’ όλα: ότι δεν υπάρχει μία ιστορία, υπάρχουν τόσες εκδοχές όσοι κι οι άνθρωποι που την έζησαν. Ο καθένας κουβαλάει το παρελθόν του σαν πυξίδα: τι έμαθε να θεωρεί φυσιολογικό, τι τον πλήγωσε πριν από σένα, ποιο ήταν το δικό του πρότυπο για το τι σημαίνει αγάπη. Δεν θέλεις να το ακούσεις αυτό. Όχι επειδή δεν βγάζει νόημα. Επειδή σου παίρνει το μόνο πράγμα που σε κρατούσε όρθιο: τη βεβαιότητα ότι εσύ βλέπεις καθαρά και ο άλλος είναι τυφλός.

Εδώ όμως πρέπει να σταματήσουμε, γιατί υπάρχει κίνδυνος να το παρακάνουμε με τη σχετικότητα. Όταν κάποιος χτυπά τον σύντροφό του, δεν υπάρχουν «δύο οπτικές». Υπάρχει μία αλήθεια, και δεν αλλάζει ανάλογα με το ποιος τη λέει. Κάποιες πράξεις είναι λάθος καθαυτές. Δεν ρωτάμε «τι του έκανες για να σε χτυπήσει». Η ίδια η ερώτηση είναι ήδη προδοσία.

Το δύσκολο δεν είναι εκεί. Είναι στο ενδιάμεσο, εκεί που δεν υπάρχει χτύπημα, υπάρχει όμως κάτι που μυρίζει χειραγώγηση χωρίς να αφήνει σημάδι να το δείξεις σε κανέναν. Εκεί όπου αρχίζεις να αμφιβάλλεις αν είσαι πραγματικά θύμα ή αν απλώς το παράκανες, αν νιώθεις πραγματικά άσχημα ή το φαντάζεσαι. Εκεί όπου δύο άνθρωποι φωνάζουν για ποια ταινία θα δουν, ποιος άφησε τα πιάτα άπλυτα, ποιο μαλακτικό αγόρασε ο ένας χωρίς να ρωτήσει τον άλλον. Ο καβγάς ποτέ δεν αφορά το μαλακτικό. Αφορά κάτι πολύ πιο βαθύ που κανείς τους δεν έχει βρει ακόμα τρόπο να το πει, κι έτσι βγαίνει μεταμφιεσμένο σε κάτι ασήμαντο, για να χωράει στο μέγεθος μιας κοινής Τρίτης.

Ίσως τελικά δεν ψάχνουμε λάθος πράγματα. Τα ψάχνουμε απλώς στο λάθος μέρος. Ίσως να μην υπάρχει αντικειμενική αλήθεια για το ποιος «ταιριάζει» με ποιον. Δύο άνθρωποι μπορεί να έχουν και οι δύο δίκιο και να είναι εντελώς ασύμβατοι: να θέλουν διαφορετικά πράγματα, να μιλούν διαφορετική γλώσσα συναισθημάτων, χωρίς κανείς να φταίει για τίποτα. Δεν υπάρχει δικαστήριο γι’ αυτό. Δεν υπάρχει έγkλημα να κρίνεις.

Αυτό που χρειάζεσαι δεν είναι να μάθεις ποιος έφταιξε. Είναι να σταματήσεις να ρωτάς ποιος φταίει και να αρχίσεις να ρωτάς ποιος θέλεις να είσαι μέσα σε όλο αυτό το χάος. Το πρώτο ερώτημα σε κολλάει στο παρελθόν, κυνηγώντας επιβεβαίωση που ποτέ δεν φτάνει αρκετή. Το δεύτερο σε ελευθερώνει, γιατί δεν περιμένεις κανέναν να στο απαντήσει, ούτε φίλο, ούτε θεραπευτή, ούτε αυτόν που σε πλήγωσε.

Η αγάπη που κρατάει δεν χρειάζεται δικαστή να βγάζει ετυμηγορία σε κάθε μικρή μάχη. Χρειάζεται δύο ανθρώπους πρόθυμους να κάνουν ένα βήμα πίσω πριν προλάβουν να μετρήσουν πόσα βήματα έκανε ο άλλος. Δύο ανθρώπους που ταιριάζουν χωρίς ανάγκη σύγκρισης, χωρίς να μοιράζουν αυστηρά καθήκοντα και ρόλους, που απολαμβάνουν την κοινή τους ζωή. Κι αν το μαλακτικό δεν μυρίζει ωραία, προτιμούν να γελάνε κάθε φορά που παίρνουν μια καθαρή μπλούζα από την ντουλάπα, αντί να θυμώνουν.

Κι αυτό, παρότι δεν μοιάζει, είναι η πιο αντικειμενική αλήθεια που θα βρεις.

Συντάκτης: Λυδία Αθανασίου