Υπάρχουν μαμάδες που σου κλείνουν το τηλέφωνο επειδή δεν έβαλες ζακέτα. Υπάρχουν κι εκείνες που σου το κλείνουν επειδή έγινες λουλουδάκι της ΧΑ και τώρα προσπαθείς να τις μπλέξεις με τα μαxaίρια σου.

Ένα παλιό ηχητικό από τις καταγεγραμμένες συνομιλίες στελεχών της Χ. Α. επανέρχεται αυτές τις μέρες στο διαδίκτυο. Πρωταγωνιστής του ο Σωτήρης Δεβελέκος, τότε σωματοφύλακας του Νίκου Μιχαλολιάκου, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της οργάνωσης και υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος Πειραιά με την «Ελληνική Αυγή». Ένας άνθρωπος με αρκετούς τίτλους, που στη συγκεκριμένη κλήση δεν του χρησίμευσαν απολύτως πουθενά. Γιατί στην άλλη άκρη ήταν η μάνα του.

Η συνομιλία καταγράφηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 2013, τέσσερις ημέρες μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Το υλικό δημοσιοποιήθηκε από το Omnia TV, ενώ οι τηλεφωνικές συνομιλίες του Δεβελέκου περιλαμβάνονταν στα αναγνωστέα της δίκης της Χ. Α.. Πρόκειται, λοιπόν, για πραγματικό υλικό από μια απολύτως σκοτεινή υπόθεση, μέσα στο οποίο υπάρχει μια στιγμή που ξεγυμνώνει εντυπωσιακά το ύφος του «σκληρού».

Σύμφωνα με το δημοσιευμένο υλικό, ο Δεβελέκος επιχειρούσε να εμπλέξει τη μητέρα του στην υπόθεση με τα μaxaiίρια. Εκείνη αρνήθηκε να τον καλύψει. Κι όταν η προσπάθεια δεν πήγε όπως ήθελε, επιστράτευσε το βαρύ πυροβολικό της διαπραγμάτευσης: το τελεσίγραφο.

«Λοιπόν τελεσίδικο, και τελεσίγραφο… ακούς;» της λέει.

Ήδη εδώ υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα. Μπερδεύεις το τελεσίδικο με το τελεσίγραφο και περιμένεις να φοβηθεί η γυναίκα που σε έχει δει να μην μπορείς να βάλεις μόνος σου τις κάλτσες σου. Η αυτοπεποίθηση, πάντως, περισσεύει.

Η απάντησή της έρχεται χωρίς αναμονή:

«Τελεσίγραφα και τελεσίδικα εκεί που σας έκαναν στρατιωτάκια. Εκεί που κλωτσάγατε τα κεφάλια των Πακιστανών, τελεσίγραφα και τελεσίδικα δε θα μου στέλνεις εμένα».

Κάπου εκεί το τηλεφωνικό διοικητήριο καταρρέει. Ο άνθρωπος που ξεκίνησε την κλήση περίπου σαν να απευθύνεται σε λόχο, βρίσκει απέναντί του μια γυναίκα που του κατονομάζει ακριβώς όσα θα προτιμούσε να προσπεράσουν. Ούτε πατριωτικά περιτυλίγματα ούτε δικαιολογίες ούτε «το παιδί παρασύρθηκε». Του μιλάει για τη βία και για τις επιλογές του.

«Και να πας να κάνεις και μία μήνυση στο Έθνος, για να μην σε ξέρει και η κυρία Κατίνα απέναντι που δεν το έμαθε».

Εδώ έχουμε κανονικό σεμινάριο σαρκασμού. Μέσα σε μία πρόταση του εξηγεί ότι, αν θέλει να διαφημίσει κι άλλο τα κατορθώματά του, υπάρχει ακόμη μία γειτόνισσα που ενδεχομένως δεν ενημερώθηκε. Η κυρία Κατίνα αναδεικνύεται σε τελευταίο ανεπίλυτο ζήτημα της επικοινωνιακής του στρατηγικής.

Όταν εκείνος επιμένει να απαιτεί να τον ακούσει, η μητέρα του τού λέει ξεκάθαρα πως σιχάθηκε τη συμπεριφορά τους. Η δική του αντίδραση είναι να εκτοξεύσει μια χυδαία προσβολή για τον τάφο του νεκρού αδελφού της — του ίδιου του θείου του. Κάπου εδώ εξαντλείται και το περίφημο αφήγημα περί σεβασμού στην οικογένεια. Πολύς σεβασμός, μέχρι η οικογένεια να πει «όχι».

Και γι’ αυτό το χειροκρότημα πηγαίνει στη μητέρα. Για τη συγκεκριμένη, δύσκολη άρνησή της να γίνει άλλοθι. Γιατί δε δέχτηκε ότι η συγγένεια την υποχρεώνει να φορτωθεί τις πράξεις του γιου της. Μπορείς να είσαι μάνα κάποιου και να του πεις ότι αυτό που κάνει είναι απαράδεκτο. Μπορείς να τον ακούσεις και να αρνηθείς να τον καλύψεις.

Ο Δεβελέκος πήρε τηλέφωνο για να δώσει εντολές. Η μητέρα του είχε ήδη αποφασίσει ότι στο δικό της τηλέφωνο δεν υπήρχαν υφιστάμενοι.