Delete. Πολύ βολικό.

Μόνο που η μνήμη δεν είναι σκληρός δίσκος. Δεν αποθηκεύει τη ζωή σε φακέλους με ονόματα «διακοπές», «πρώην», «λάθη που δεν θα ξανακάνω» — με τον τελευταίο, παρεμπιπτόντως, να έχει μυστηριωδώς πολλά αρχεία.

Οι αναμνήσεις δε μένουν ακίνητες μέσα μας. Κάθε φορά που επιστρέφουμε σε μία, την κοιτάζουμε από το σημείο στο οποίο βρισκόμαστε τώρα. Με όσα μάθαμε από τότε, με όσα συνέβησαν μετά, με τον άνθρωπο που γίναμε στο μεταξύ. Γι’ αυτό και το ίδιο γεγονός μπορεί κάποτε να μοιάζει καταστροφή και χρόνια αργότερα να εξακολουθεί να πονά, αλλά να σημαίνει κάτι διαφορετικό.

Κι ίσως εδώ βρίσκεται μια μικρή παγίδα. Όταν κάποιος λέει «μακάρι να μπορούσα να το ξεχάσω», δεν είναι πάντα η ανάμνηση που θέλει να εξαφανιστεί. Είναι αυτό που συμβαίνει κάθε φορά που τη θυμάται. Να μη σφίγγεται το στομάχι. Να μην αρχίζει πάλι εκείνη η παλιά συνομιλία μέσα στο κεφάλι με καινούργια επιχειρήματα που, δυστυχώς, έφτασαν επτά χρόνια αργότερα. Να μη χρειάζεται μια μυρωδιά, ένα τραγούδι ή ένας δρόμος για να ανοίξει ξαφνικά μια πόρτα που θεωρούσε κλειστή.

Άλλο «θέλω να μη θυμάμαι».

Κι άλλο «θέλω να μπορώ να θυμάμαι χωρίς να με διαλύει».

Το δεύτερο δεν έχει τίποτα από τη θεαματικότητα του delete. Είναι πιο αργό, πιο άχαρο και σίγουρα δεν συνοδεύεται από εκείνον τον ικανοποιητικό ήχο που κάνει ο υπολογιστής όταν πετάς κάτι στον κάδο.

Έχει όμως κάτι σημαντικότερο: δεν απαιτεί να εξαφανιστεί ένα κομμάτι της ιστορίας για να μπορέσει να συνεχιστεί η υπόλοιπη. Γιατί, αν υπήρχε στ’ αλήθεια το κουμπί, θα ήταν άραγε τόσο εύκολο να το πατήσει κανείς;

Ας υποθέσουμε ότι εμφανιζόταν αύριο το πρωί. Κανονικό DELETE. Χωρίς undo, χωρίς «ίσως το χρειαστώ αργότερα», χωρίς τεχνική υποστήριξη να επαναφέρει τα δεδομένα. Μία ανάμνηση, οριστικά. Εκεί ίσως το χέρι να έμενε λίγο περισσότερο πάνω από το κουμπί. Γιατί οι αναμνήσεις έχουν αυτή την ενοχλητική αδυναμία να έρχονται πακέτο. Δεν γίνεται πάντα να κρατήσεις το πρώτο φιλί και να διαγράψεις τον τελευταίο καβγά. Να σώσεις το καλοκαίρι και να πετάξεις τον Σεπτέμβρη. Να κρατήσεις όσα ένιωσες και να αφαιρέσεις μόνο εκείνον που τα προκάλεσε. Η μνήμη, δυστυχώς, δεν διαθέτει τόσο καλό πρόγραμμα επεξεργασίας.

Αν διαγραφεί ένας άνθρωπος που πλήγωσε, τι γίνεται με τις μέρες που έκανε κάποιον ευτυχισμένο; Αν φύγει μια αποτυχία, εξαφανίζονται και όσα άλλαξαν εξαιτίας της; Αν σβήσει μια απώλεια, τι ακριβώς μένει από εκείνον που χάθηκε; Και κυρίως: αν μπορούσε κάποιος να αφαιρέσει από τη ζωή του όλες τις στιγμές στις οποίες δεν αναγνωρίζει πια τον εαυτό του, πόσο από τον σημερινό του εαυτό θα έμενε στο τέλος;

Όχι, δε χρειάζεται να ευγνωμονούμε κάθε πόνο. Κάποια πράγματα ήταν απλώς άδικα. Κάποια δεν «έγιναν για καλό». Και κανείς δεν οφείλει να βαφτίσει ένα δύσκολο βίωμα «δώρο» για να αποδείξει ότι το ξεπέρασε. Ίσως χρειάζεται μόνο να πάψει να ζει μέσα του σαν να συμβαίνει ακόμη. Η μνήμη μπορεί να μείνει χωρίς να κρατά την ίδια θέση. Μπορεί να υπάρχει χωρίς να αποφασίζει. Να είναι ένα κεφάλαιο της ιστορίας και όχι ο τίτλος ολόκληρου του βιβλίου.

Οπότε, όχι. Μάλλον δεν υπάρχει «διαγραφή». Υπάρχει όμως κάτι που μοιάζει περισσότερο με «μετακίνηση». Η ανάμνηση μένει. Απλώς κάποια στιγμή παύει να βρίσκεται στην αρχική οθόνη. Και ίσως αυτό να είναι αρκετό.

Συντάκτης: Ελίνα Τρωγάδα