Χώρισες από μια σχέση χρόνων. Έκλαψες, θύμωσες, αναρωτήθηκες πού πήγαν όλα λάθος, πέρασες από εκείνη τη φάση που ακόμη και το αγαπημένο σου τραγούδι έμοιαζε να συνωμοτεί εναντίον σου. Κι όμως, με κάποιον τρόπο, στάθηκες ξανά στα πόδια σου. Και τότε εμφανίστηκε ένας καινούργιος άνθρωπος. Όχι απαραίτητα ο έρωτας της ζωής σου, ούτε εκείνος με τον οποίο σχεδίαζες να γεράσεις. Απλώς κάποιος που σου θύμισε ότι μπορείς ακόμη να ενθουσιαστείς, να φλερτάρεις, να χαμογελάσεις κοιτάζοντας μια ειδοποίηση στο κινητό σου. Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβεις, βρέθηκες να πονάς για έναν άνθρωπο που γνώριζες τρεις μήνες περισσότερο απ’ όσο πόνεσες για εκείνον με τον οποίο μοιράστηκες έξι χρόνια. Και το χειρότερο; Δεν μπορούσες καν να εξηγήσεις στον εαυτό σου το γιατί.

Καλωσήρθες λοιπόν στον παράξενο κόσμο των situationships. Εκεί όπου δεν είστε ακριβώς μαζί, αλλά σίγουρα δεν είστε και δύο άγνωστοι. Μιλάτε καθημερινά, μοιράζεστε προσωπικές ιστορίες, δημιουργείτε οικειότητα, ίσως κάνετε και σχέδια. Μόνο που η σχέση δεν αποκτά ποτέ ξεκάθαρο όνομα. Και όσο εσύ προσπαθείς να καταλάβεις τι ακριβώς συμβαίνει, μπορεί ξαφνικά να βρεθείς μπροστά σε μια σιωπή που δεν περίμενες.

Γιατί όμως αυτό μπορεί να πονέσει περισσότερο από έναν κανονικό χωρισμό; Αρχικά, επειδή μετά από μια μακροχρόνια σχέση δεν ξεκινάς απαραίτητα από το μηδέν. Κουβαλάς εμπειρίες, απογοητεύσεις, φόβους και μια εμπιστοσύνη που ίσως χρειάστηκε καιρό για να ξαναχτίσεις. Μπορεί να έχεις προχωρήσει, να έχεις συμφιλιωθεί με το παρελθόν σου και να αισθάνεσαι έτοιμος να γνωρίσεις κάποιον καινούργιο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε παλιά πληγή έχει κλείσει εντελώς ή έχει πάψει να πονά.

Και τότε εμφανίζεται εκείνος ο άνθρωπος που βλέπει τις ανοιχτές σου πληγές κατάματα. Που ακούει όσα πέρασες, γνωρίζει τους φόβους σου και σε κάνει να πιστεύεις πως αυτή τη φορά τα πράγματα θα είναι διαφορετικά. Ίσως μάλιστα να σου υποσχεθεί ότι θα τις κλείσετε μαζί. Μόνο που τελικά, αντί να τις επουλώσει, καταλήγει να τις ανοίξει ακόμη περισσότερο. Κι αυτό είναι ένα από τα πιο σκληρά κομμάτια της ιστορίας. Δεν πονάς μόνο για εκείνον που έφυγε. Πονάς και για την εμπιστοσύνη που τόλμησες να ξαναδώσεις.

Υπάρχει όμως και μια άλλη ψυχολογική διάσταση: η αβεβαιότητα. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος δυσκολεύεται να διαχειριστεί τις ανοιχτές υποθέσεις, ιδιαίτερα όταν συνοδεύονται από έντονο συναίσθημα. Σε έναν χωρισμό, όσο επώδυνος κι αν είναι, συνήθως γνωρίζεις τι έχασες. Υπήρχε μια σχέση, μια κοινή ιστορία, μια πραγματικότητα που τελείωσε. Στο situationship, πολλές φορές δε χάνεις μόνο αυτό που υπήρχε. Χάνεις κυρίως αυτό που πίστευες ότι θα μπορούσε να υπάρξει.

Και εδώ αρχίζει το ατελείωτο παιχνίδι των υποθέσεων. Αν είχαμε περισσότερο χρόνο; Αν δεν είχα δείξει τόσο ενδιαφέρον; Αν δεν είχα μιλήσει για τα συναισθήματά μου; Αν είχα περιμένει λίγο ακόμη; Το μυαλό προσπαθεί να συμπληρώσει τα κενά μιας ιστορίας που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Και επειδή δεν υπάρχουν αρκετές πραγματικές αναμνήσεις για να προσγειώσουν τη φαντασία, είναι πολύ εύκολο να εξιδανικεύσεις τον άνθρωπο και τη σχέση που δεν πρόλαβες να ζήσεις.

Και κάπου εδώ εμφανίζεται ένα ακόμη πρόβλημα: η απώλεια μιας σχέσης που δεν ονομάστηκε ποτέ δύσκολα αναγνωρίζεται από τους άλλους ως πραγματική απώλεια. «Μα δεν ήσασταν καν μαζί», θα σου πουν. «Τρεις μήνες τον ήξερες». «Αφού πέρασες ολόκληρο χωρισμό, αυτό σε πείραξε;». Λες και τα συναισθήματα λειτουργούν με ημερολόγιο και η στενοχώρια υπολογίζεται με βάση τους μήνες γνωριμίας. Έτσι, εκτός από την απόρριψη, έρχεται και η αμφισβήτηση του ίδιου σου του πόνου. Νιώθεις υπερβολικός που στενοχωριέσαι, αφελής που πίστεψες, ίσως και θυμωμένος με τον εαυτό σου που επέτρεψε σε κάποιον να αποκτήσει τόσο χώρο μέσα σου σε τόσο λίγο χρόνο.

Και μετά έρχεται το ghosting. Εκείνη η εξαφάνιση χωρίς εξήγηση, χωρίς συζήτηση, χωρίς ούτε ένα αξιοπρεπές «δεν θέλω να συνεχίσουμε». Είναι οι στιγμές που συνειδητοποιείς ότι δε θα πάρεις απαντήσεις σε όλες σου τις ερωτήσεις. Ότι, ναι, το ghosting έχει γίνει μια δυσάρεστα γνώριμη πραγματικότητα του σύγχρονου dating. Και ότι, δυστυχώς, κάποιοι άνθρωποι μπορούν να εξαφανιστούν έτσι απλά, συνεχίζοντας κανονικότατα τη ζωούλα τους, ενώ εσύ βρίσκεσαι στα πατώματα, προσπαθώντας να καταλάβεις πώς κάτι που χθες έμοιαζε τόσο αληθινό σήμερα αντιμετωπίζεται σαν να μην υπήρξε ποτέ.

Το πιο δύσκολο, όμως, δεν είναι πάντοτε η απουσία τους. Είναι ότι η σιωπή τους αφήνει χώρο για τη δική σου αυτοαμφισβήτηση. Αρχίζεις να ψάχνεις τι έκανες λάθος, τι είπες παραπάνω, ποια στιγμή άλλαξε κάτι. Κι ενώ στην πραγματικότητα η συμπεριφορά του άλλου μπορεί να έχει πολύ περισσότερη σχέση με τη δική του συναισθηματική διαθεσιμότητα ή τον τρόπο που διαχειρίζεται τις δύσκολες συζητήσεις, εσύ καταλήγεις να τη μεταφράζεις ως απόδειξη ότι δεν ήσουν αρκετός.

Φυσικά, δεν είναι κάθε situationship χειριστικό ούτε κάθε αποχώρηση σκόπιμα σκληρή. Μερικές φορές δύο άνθρωποι θέλουν διαφορετικά πράγματα ή ανακαλύπτουν στην πορεία ότι δεν ταιριάζουν. Αυτό που κάνει τη διαφορά είναι η ειλικρίνεια με την οποία αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλον. Γιατί το ότι δεν υποσχέθηκες σχέση δεν σημαίνει πως δεν οφείλεις σεβασμό.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη παγίδα: μετά από μια μεγάλη σχέση, μπορεί να μη ζητάς καν κάποιον να σε σώσει. Να ζητάς απλώς μια καινούργια αρχή. Μια μικρή απόδειξη ότι η καρδιά σου δεν έκλεισε οριστικά, ότι μπορείς να αφεθείς ξανά χωρίς να φοβάσαι κάθε επόμενο βήμα. Όταν λοιπόν αυτή η αρχή τελειώνει απότομα, δεν θρηνείς μόνο έναν άνθρωπο. Θρηνείς και την ελπίδα που είχες αρχίσει να χτίζεις γύρω του.

Δεν σημαίνει ότι τον αγάπησες περισσότερο από τον προηγούμενο σύντροφό σου. Ούτε ότι ο μεγάλος χωρισμός δεν σε πλήγωσε αρκετά. Σημαίνει απλώς ότι οι δύο εμπειρίες άγγιξαν διαφορετικά σημεία μέσα σου. Η μία μπορεί να σε πόνεσε επειδή έχασες μια ολόκληρη κοινή ζωή. Η άλλη επειδή, τη στιγμή που πίστεψες πως ήσουν έτοιμος να ξαναδοκιμάσεις, ένιωσες ότι έπρεπε να μαζέψεις πάλι τα κομμάτια σου.

Και τελικά, ίσως το σημαντικότερο που χρειάζεται να καταλάβεις είναι πως δε χρειάζεται να υποτιμήσεις αυτό που ένιωσες επειδή δεν είχε τίτλο. Δεν χρειάζεται να αποδείξεις ότι υπήρξε σχέση για να δικαιολογήσεις ότι υπήρξε πόνος. Ούτε να περιμένεις μια εξήγηση από κάποιον που επέλεξε τη σιωπή για να μπορέσεις να προχωρήσεις.

Γιατί μερικές φορές δεν μας πληγώνει περισσότερο εκείνος που αγαπήσαμε για χρόνια, αλλά εκείνος που μας έκανε να πιστέψουμε πως, μετά από όσα περάσαμε, μπορούσαμε επιτέλους να αγαπήσουμε ξανά χωρίς να φοβόμαστε. Και αυτός ο πόνος, όσο παράλογος κι αν μοιάζει στους άλλους, για εσένα είναι πέρα για πέρα αληθινός.

Συντάκτης: Άντρεα Λαζαρίδου