Αντέχεις να ακούσεις μια μητέρα να περιγράφει πώς έψαχνε το επτάχρονο παιδί της μέσα σε ένα διαλυμένο βαγόνι; Να διαβάσεις για μια κοπέλα που χρειάστηκε να μάθει ξανά να σχηματίζει λέξεις, ενώ η φίλη που καθόταν δίπλα της δεν επέστρεψε ποτέ; Να σταθείς λίγο σε αυτές τις μαρτυρίες, πριν πας στην επόμενη είδηση; Είναι δύσκολο. Μπορεί να χρειαστεί να αφήσεις το κινητό, να πάρεις μια ανάσα, να συνεχίσεις αργότερα. Οι άνθρωποι που κατέθεσαν στη δίκη για τα Τέμπη, όμως, επιστρέφουν σε εκείνη τη νύχτα χωρίς να μπορούν να αποφασίσουν πότε θα τελειώσει.
Στη συνεδρίαση της 26ης Οκτωβρίου, επιζώντες και συγγενείς περιέγραψαν όσα έζησαν μέσα και έξω από την αμαξοστοιχία. Ανάμεσά τους η Μυρσίνη Πρασσά, που ταξίδευε με τη φίλη της, Ελπίδα Χούπα. Η Ελπίδα καθόταν στο παράθυρο. Έπρεπε να επιστρέψει για να παραδώσει μια εργασία. Μια εκκρεμότητα από εκείνες που γεμίζουν το πρόγραμμα ενός νέου ανθρώπου, ανάμεσα σε μαθήματα, παρέες και σχέδια για τις επόμενες μέρες. Πόσο αβάσταχτη γίνεται αυτή η συνηθισμένη λεπτομέρεια όταν ξέρεις ότι οι επόμενες μέρες δεν ήρθαν ποτέ για εκείνη.
Η Μυρσίνη κατέθεσε ότι παρέμεινε σε κώμα για τριάντα ημέρες και υποβλήθηκε σε έξι χειρουργικές επεμβάσεις. Περιέγραψε τον σοβαρό τραυματισμό στο κρανίο, τα κενά στη μνήμη της, τη λογοθεραπεία που χρειάστηκε για να μπορέσει να μιλήσει ξανά. «Τη στιγμή της σύγκρουσης θυμάμαι πως κοιταζόμασταν με την Ελπίδα», είπε. Δύο φίλες που είχαν καθίσει δίπλα δίπλα για ένα ταξίδι επιστροφής. Σκέψου τον άνθρωπο που διαλέγεις να κάθεται δίπλα σου, εκείνον στον οποίο γυρίζεις αυθόρμητα όταν κάτι συμβαίνει. Και ύστερα προσπάθησε να χωρέσεις στο μυαλό σου το βάρος αυτής της ανάμνησης.
Η Ζωή Σιώζη επέστρεφε στη Θεσσαλονίκη μαζί με τον επτάχρονο γιο της, ύστερα από θεραπεία που είχε ακολουθήσει σοβαρή επέμβασή του. Είχε επιλέξει το τρένο θεωρώντας το ασφαλέστερο μέσο. Μια μητέρα είχε ήδη αγωνιήσει για την υγεία του παιδιού της και τώρα το πήγαινε σπίτι. Μετά τη σύγκρουση, βρέθηκε να το αναζητά ανάμεσα στα συντρίμμια. «Φώναζα για να βρω το παιδί», κατέθεσε. Και όποιος διαβάζει αυτές τις λέξεις ας σταθεί λίγο στο τι χρειάστηκε να συμβεί για να τις πει ένας άνθρωπος ενώπιον δικαστηρίου.
Σύμφωνα με την κατάθεσή της, άλλοι επιβάτες την καλούσαν να βγει, ενώ εκείνη προσπαθούσε να απεγκλωβίσει τον γιο της. Ο Δημήτρης Κωσταρέλος και άλλοι συνεπιβάτες βοήθησαν να βγουν και οι δύο από το βαγόνι. Γύρω τους υπήρχαν καπνοί, φωτιά και άνθρωποι που ζητούσαν βοήθεια. Η ίδια περιέγραψε κάψιμο στον λαιμό και δυσκολία στην αναπνοή, καθώς προσπαθούσαν να απομακρυνθούν. Μπορούμε να αναγνωρίζουμε το κουράγιο όσων βοήθησαν και ταυτόχρονα να εξοργιζόμαστε που επιβάτες χρειάστηκε να σώζουν συνεπιβάτες μέσα σε αυτές τις συνθήκες. Κανείς τους δεν είχε επιβιβαστεί για να δοκιμαστεί στον ηρωισμό.
Ο σύζυγός της, Κωνσταντίνος Τσαβλής, περιέγραψε το τηλεφώνημα που δέχθηκε αμέσως μετά. «Κώστα τρακάραμε. Κώστα το παιδί, το παιδί». Στην άλλη άκρη της γραμμής βρίσκονταν η γυναίκα και ο γιος του, μέσα σε μια κατάσταση που εκείνος άκουγε χωρίς να μπορεί να φτάσει κοντά τους. Στην ίδια συνεδρίαση αναγνώστηκε η κατάθεση της Δάφνης Μπρέλα, η οποία τραυματίστηκε και έχασε τον σύζυγό της, Βάιο Βλάχο. Είχε ενημερώσει ότι η έντονη ψυχολογική επιβάρυνση δεν της επέτρεπε να παραστεί.
«Είναι μια ζωή πριν τα Τέμπη και μια ζωή μετά τα Τέμπη», είπε η Ζωή Σιώζη. Ας το θυμόμαστε κάθε φορά που η λέξη «επιζώντες» μάς δημιουργεί την εύκολη ανακούφιση ότι κάποιοι τουλάχιστον γύρισαν και όλα πήγαν καλά. Υπάρχουν άνθρωποι που επέστρεψαν σε χειρουργεία, θεραπείες, απώλειες και μια καθημερινότητα που χρειάστηκε να χτίσουν ξανά. Υπάρχουν οικογένειες που συνεχίζουν να ζουν με όσα άκουσαν σε ένα τηλεφώνημα. Και υπάρχουν οι οικογένειες των 57 ανθρώπων που χάθηκαν, οι οποίες περιμένουν απαντήσεις και απόδοση ευθυνών. Ο χρόνος που περνάει δε μειώνει την υποχρέωση να τις λάβουν.
Γι’ αυτό και η δημόσια συγκίνηση χρειάζεται συνέχεια. Να παρακολουθούμε τη δίκη και όταν οι καταθέσεις δε γίνονται πρώτο θέμα, να ακούμε προσεκτικά, να ελέγχουμε τις πληροφορίες, να απαιτούμε πλήρη διερεύνηση και δικαιοσύνη. Οι επιζώντες και οι συγγενείς δικαιούνται να μιλούν με τη θλίψη, την οργή, την εξάντληση που κουβαλούν, χωρίς να περνούν διαρκώς εξετάσεις «σωστής» συμπεριφοράς. Δε μας οφείλουν έναν βολικό τρόπο να ακούσουμε τον πόνο τους. Εμείς τους οφείλουμε τον χώρο να ακουστούν.
Αντέχεις, λοιπόν, να διαβάσεις τις νέες καταθέσεις; Διάβασέ τες όσο μπορείς, με τον χρόνο που χρειάζεσαι. Κράτησε τα ονόματα, τις ζωές, την εργασία που έπρεπε να παραδοθεί, το παιδί που επέστρεφε σπίτι μετά τη θεραπεία. Όλα όσα είχαν κάθε δικαίωμα να συνεχιστούν κανονικά. Κι όταν κλείσεις το άρθρο, κράτησε ανοιχτό το ενδιαφέρον σου για τη δικαίωσή τους. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να περιμένουν απαντήσεις και αύριο, όταν εμείς θα έχουμε περάσει στην επόμενη είδηση.