Δύο άντρες και ένα μίνι. Κάπως έτσι περιέγραψε η Ζήνα Κουτσελίνη τρεις ανθρώπους που εργάζονται στην ίδια τηλεοπτική εκπομπή. Οι άντρες παρέμειναν άνθρωποι. Η γυναίκα έγινε το ρούχο της. Μέσα σε λίγες λέξεις χώρεσε όλη εκείνη η παλιά, κουραστική αντίληψη που θέλει τις γυναίκες στην τηλεόραση να κρίνονται πρώτα από το πόσο πόδι φαίνεται και ύστερα, αν περισσέψει χρόνος, από όσα λένε. Και το γεγονός ότι αυτή η ατάκα ειπώθηκε από μια γυναίκα με μακρά πορεία στον χώρο κάνει την απογοήτευση ακόμη μεγαλύτερη.

Το σχόλιο ακούστηκε τη Δευτέρα 26 Οκτωβρίου στην εκπομπή «Πρώτος καφές με τη Ζήνα», κατά τη διάρκεια συζήτησης για το «MEGA Non Stop», στο οποίο συμμετέχουν ο Ζήσης Μούσιος, ο Βασίλης Τσεκούρας και η Μαρία Αντωνά. Η Κουτσελίνη σχολίαζε το περιορισμένο πλατό και το πώς χωρούν σε αυτό οι συντελεστές, όταν κατέληξε στη φράση: «Ένα μίνι, δύο άντρες και η ενημέρωση». Η Μαρία Αντωνά απάντησε δημόσια, εκφράζοντας την ενόχλησή της για την απαξίωση της επαγγελματικής της παρουσίας. Και είχε κάθε λόγο να το κάνει.

 


 

Γιατί μπορείς να κρίνεις μια εκπομπή αυστηρά. Να πεις ότι το πλατό είναι μικρό, ότι οι παρουσιαστές δεν έχουν βρει τον ρυθμό τους, ότι η θεματολογία χρειάζεται δουλειά, ότι μια παρέμβαση ήταν αδύναμη. Να κατονομάσεις το πρόβλημα και να εξηγήσεις την άποψή σου. Όταν, όμως, διαλέγεις να περιγράψεις τη μοναδική γυναίκα της παρέας ως «μίνι», έχεις μεταφέρει τη συζήτηση στο σώμα και στην εμφάνισή της. Της αφαιρείς το όνομα, την ιδιότητα, την παρουσία της ως επαγγελματία και κρατάς το μήκος της φούστας της. Αυτό ακριβώς κάνει το σχόλιο σεξιστικό.

Η διατύπωση έχει σημασία. Οι δύο άντρες βρίσκονται στο πλάνο ως πρόσωπα, ενώ η γυναίκα αντιμετωπίζεται σαν διακοσμητική προσθήκη. Σαν να μπήκε εκεί για να ολοκληρώσει το τηλεοπτικό κάδρο και να προσφέρει κάτι ευχάριστο στο μάτι. Είναι ένας βαθιά μισογυνιστικός τρόπος να ακυρώνεις μια εργαζόμενη, επειδή αξιοποιεί το πιο πρόχειρο στερεότυπο για τις γυναίκες που εμφανίζονται στην οθόνη: ότι η εμφάνισή τους αρκεί για να εξηγήσει την παρουσία τους. Κι ύστερα αναρωτιόμαστε γιατί τόσες γυναίκες αισθάνονται ότι πρέπει να αποδεικνύουν διαρκώς πως δικαιούνται την καρέκλα στην οποία κάθονται.

Μέσα από το Instagram, η Αντωνά αναφέρθηκε στη δουλειά και στην προσπάθεια που βρίσκονται πίσω από την παρουσία της και αναγνώρισε ότι έχει ακόμη πράγματα να μάθει. «Με ενοχλεί, όμως, η ευκολία με την οποία μια γυναίκα επιχειρεί να υποτιμήσει μια άλλη», έγραψε. Αυτή η ευκολία είναι που χρειάζεται να μας απασχολήσει. Το πόσο αβίαστα μπορεί μια επαγγελματική κριτική να καταλήξει σε ένα σχόλιο για το ντύσιμο. Το πόσο οικείος παραμένει αυτός ο τρόπος υποτίμησης, ώστε να εκφέρεται μπροστά σε κάμερες σαν μια αυτονόητα εύστοχη παρατήρηση.

Και ας ξεκαθαρίσουμε κάτι ακόμη: η Αντωνά δικαιούται σεβασμό ακόμη κι αν κάποιος θεωρεί ότι η τηλεοπτική της παρουσία χρειάζεται βελτίωση. Δε χρειάζεται να αποδείξει ότι είναι η καλύτερη παρουσιάστρια, η πιο εργατική συνάδελφος ή ένας άνθρωπος που «δεν έχει δώσει δικαιώματα» για να προστατεύεται από τον σεξισμό. Μπορεί να κάνει λάθη, να δοκιμάζεται σε έναν καινούργιο ρόλο, να αρέσει ή να μην αρέσει στο κοινό. Όπως ακριβώς συμβαίνει με τους άντρες συναδέλφους της. Η αξιολόγηση της δουλειάς της οφείλει να αφορά τη δουλειά της. Η φούστα της δεν είναι επιχείρημα.

Το ότι η συγκεκριμένη φράση προήλθε από γυναίκα μάς θυμίζει επίσης ότι ο σεξισμός αναπαράγεται από ανθρώπους κάθε φύλου. Καμία επαγγελματική διαδρομή, καμία προσωπική δυσκολία και κανένα φύλο δε λειτουργεί ως αυτόματη προστασία απέναντι στα στερεότυπα. Χρειάζεται να αναγνωρίζουμε τι λέμε και τι υπονοούμε, ειδικά όταν έχουμε δημόσιο βήμα. Μια έμπειρη παρουσιάστρια γνωρίζει τη δύναμη μιας ατάκας, το πώς απομονώνεται και το πώς κολλάει πάνω σε έναν άνθρωπο. Αυτή η εμπειρία συνεπάγεται ευθύνη και για τον τρόπο με τον οποίο μιλά για νεότερες συναδέλφους.

Η συνέχεια έκανε το ζήτημα ακόμη πιο δυσάρεστο. Το πρωί της Τρίτης 27 Οκτωβρίου, η Κουτσελίνη επανήλθε λέγοντας: «Δημοκρατία έχουμε, δε φοβόμαστε να λέμε την άποψή μας. Θα λέμε την άποψή μας και σε όποιον αρέσει». Βεβαίως και έχει δικαίωμα στην άποψή της. Το ίδιο δικαίωμα έχουν όσοι την ακούν να χαρακτηρίσουν το συγκεκριμένο σχόλιο προσβλητικό και σεξιστικό. Η δημόσια κριτική περιλαμβάνει και την πιθανότητα να σου εξηγήσουν ότι αδίκησες κάποιον, όσο βέβαιος κι αν αισθάνεσαι για την ατάκα σου, ντάξει; Ντάξει.

Μια καθαρή αναγνώριση του λάθους θα είχε ουσιαστικότερο βάρος από την επίδειξη αδιαφορίας για τις αντιδράσεις. Θα έδειχνε ότι μπορείς να ακούσεις τη γυναίκα που έθιξες, να καταλάβεις γιατί αντέδρασε και να αναλάβεις την ευθύνη της διατύπωσής σου. Αυτό θα ήταν χρήσιμο και για το κοινό που παρακολουθεί. Γιατί κάθε φορά που ένα τέτοιο σχόλιο περνάει σαν εξυπνάδα, ενισχύεται η ιδέα ότι μια γυναίκα με κοντή φούστα είναι λιγότερο επαγγελματίας. Και κάθε φορά που αμφισβητείται, δημιουργείται λίγος περισσότερος χώρος για να κρίνουμε τις γυναίκες με τους ίδιους όρους που κρίνουμε τους άντρες.

Η Μαρία Αντωνά μπορεί αύριο να φορέσει μίνι, παντελόνι, μαγιό ή οτιδήποτε άλλο επιλέξει. Θα εξακολουθεί να έχει όνομα, φωνή και δικαίωμα να αξιολογείται για όσα κάνει μπροστά στην κάμερα. Η τηλεόραση μπορεί επιτέλους να μάθει να ασκεί κριτική χωρίς να μετράει γυναικεία ρούχα. Κι αν μια παρατήρηση για τη δουλειά μιας γυναίκας εξαντλείται στη φούστα της, εκείνη που εκτίθεται είναι αυτή που την κάνει.