Μια γυναίκα 29 ετών κατήγγειλε ότι ο σύζυγός της και ο 72χρονος πατέρας του τη χτύπησαν με γροθιές και κλoτσιές, μπροστά στα τρία ανήλικα παιδιά της. Η καταγγελλόμενη επίθεση έγινε το απόγευμα του Σαββάτου 31 Οκτωβρίου στα Χανιά. Οι αστυνομικοί προχώρησαν στη σύλληψη των δύο ανδρών, ενώ η γυναίκα δε θέλησε να μεταφερθεί στο νοσοκομείο.
Πατέρας και γιος. Σύμφωνα με την καταγγελία, ένας άνδρας επιτέθηκε στη σύζυγό του και ο πατέρας του συμμετείχε στον ξυλοδαρμό της. Εκεί όπου θα μπορούσε να υπάρξει κάποιος να σταματήσει την επίθεση, η γυναίκα περιγράφει έναν δεύτερο άνθρωπο να τη χτυπά. Πόσο απομονωμένη μπορεί να βρεθεί μια γυναίκα μέσα στην οικογένεια που έχει δημιουργήσει; Ο άνθρωπος στον οποίο θα μπορούσε να στραφεί για να πει «ο γιος σου με χτυπάει» καταγγέλλεται ως συμμέτοχος. Η συγγένεια, που συχνά την επικαλούμαστε ως εγγύηση φροντίδας, εδώ εμφανίζεται να ενώνει τους δύο φερόμενους δράστες. Και απέναντί τους βρίσκεται η ίδια γυναίκα. Τι γίνεται όταν το οικογενειακό περιβάλλον ενισχύει εκείνον που ασκεί βία; Πού μπορεί να στηριχτεί η γυναίκα όταν η «οικογένεια» λειτουργεί σαν κλειστή ομάδα στην οποία εκείνη περισσεύει;
Υπάρχει μια πολύ γνώριμη απαίτηση προς τις γυναίκες: να κρατούν τις ισορροπίες. Να τα έχουν καλά με τον σύντροφο, να ανέχονται τους συγγενείς, να μη χαλάσουν τις σχέσεις, να σκεφτούν τα παιδιά. Έτσι, η ευθύνη για τη συνοχή μιας οικογένειας καταλήγει συχνά στα χέρια εκείνης που έχει τους λιγότερους συμμάχους μέσα της. Και ακόμη κι όταν δέχεται βία, μπορεί να βρεθεί να λογοδοτεί για το αν αντέδρασε «σωστά».
Στη συγκεκριμένη είδηση υπάρχει ήδη μια λεπτομέρεια που χρειάζεται προσοχή: η άρνηση μεταφοράς στο νοσοκομείο. Σύμφωνα με το τοπικό ρεπορτάζ, η 29χρονη δε δέχτηκε ούτε την εγκατάσταση του Panic Button. Δε γνωρίζουμε τους λόγους αυτών των αποφάσεων και δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να τους επινοήσουμε. Η άρνηση μιας υπηρεσίας δεν ακυρώνει την καταγγελία της και δεν απαλλάσσει τις αρμόδιες υπηρεσίες από την ανάγκη να διερευνήσουν τον κίνδυνο και να προσφέρουν υποστήριξη.
Δε γίνεται κάθε κουβέντα να καταλήγει στο αφελές «της πρότειναν βοήθεια, δεν ήθελε». Χρειάζεται να εξετάζεται αν η διαθέσιμη βοήθεια μπορεί πράγματι να χρησιμοποιηθεί: αν υπάρχει ασφαλής διαμονή, δυνατότητα μετακίνησης, φροντίδα για τα παιδιά, πρόσβαση σε νομική και κοινωνική υποστήριξη. Ένα κουμπί στο κινητό έχει συγκεκριμένη χρησιμότητα. Μια γυναίκα, όμως, χρειάζεται και επιλογές για τις ώρες που μεσολαβούν μέχρι τον επόμενο κίνδυνο.
Και υπάρχουν τρία παιδιά που, σύμφωνα με την καταγγελία, είδαν τη μητέρα τους να δέχεται την επίθεση. Η φράση «μπροστά στα παιδιά» επαναλαμβάνεται τόσο συχνά στα αστυνομικά ρεπορτάζ, που κινδυνεύει να γίνει απλώς μια λεπτομέρεια που δίνει έμφαση στην είδηση αλλά όχι στην ουσία. Γιατί αφορά παιδιά που χρειάζονται και τα ίδια προστασία. Η UNICEF επισημαίνει ότι η έκθεση στη βία μεταξύ φροντιστών μπορεί να είναι σοβαρά επιβλαβής, ακόμη κι όταν τα παιδιά δε δέχονται άμεσα χτυπήματα. Αυτό δε σημαίνει ότι μπορούμε να προδιαγράψουμε το μέλλον τους ή να τα χαρακτηρίσουμε «αυριανούς κακοποιητές». Τέτοιες βεβαιότητες φορτώνουν στα παιδιά μια ιστορία που δεν επέλεξαν. Χρειάζονται ασφαλείς ενήλικες, κατάλληλη υποστήριξη και τη διαβεβαίωση ότι δεν ευθύνονται για όσα συνέβησαν.
Οι συλλήψεις είναι η εξέλιξη που γνωρίζουμε. Για τη συνέχεια, τα ουσιαστικά ερωτήματα είναι πολύ συγκεκριμένα: Είναι ασφαλής η 29χρονη; Έχει ανθρώπους να τη στηρίξουν; Έχει εξασφαλιστεί προστασία και φροντίδα για τα παιδιά; Η γυναίκα έκανε μια καταγγελία απέναντι σε δύο μέλη της οικογένειάς της. Από εκεί και πέρα, η ασφάλεια η δική της και των παιδιών της χρειάζεται να γίνει ευθύνη περισσότερων ανθρώπων από την ίδια.