Πέντε κορίτσια πηγαίνουν στο σχολείο τους και κάποιοι συμμαθητές τους αποφασίζουν ότι μπορούν να μετατρέψουν τα πρόσωπά τους σε υλικό σεξουαλικής διαπόμπευσης. Χρησιμοποιούν τεχνητή νοημοσύνη, κατασκευάζουν ψεύτικες γυμνές εικόνες και τις διακινούν. Κάπως έτσι, μέσα σε μια σχολική κοινότητα, παιδιά βρίσκονται εκτεθειμένα σε μια παραβίαση που δεν επέλεξαν, δεν προκάλεσαν και δεν είχαν κανέναν τρόπο να συναινέσουν σε αυτήν. Κι αν κάπου εδώ εμφανιστεί το γνωστό «μα δεν ήταν αληθινές οι φωτογραφίες», ας το ξεκαθαρίσουμε από την αρχή: η εικόνα μπορεί να είναι κατασκευασμένη. Η κακοποίηση είναι απολύτως πραγματική.

Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα ρεπορτάζ, δύο μαθητές Γυμνασίου στη Θεσσαλονίκη φέρονται να δημιούργησαν με εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης ψεύτικες γυμνές εικόνες πέντε συμμαθητριών τους, τις οποίες στη συνέχεια διακίνησαν. Όταν το περιστατικό έγινε γνωστό, αναφέρθηκε ότι οι εικόνες διαγράφηκαν, ενώ ο Σύλλογος Διδασκόντων επέβαλε τριήμερη και πενθήμερη αποβολή. Μαθητές του σχολείου προχώρησαν σε κατάληψη, ζητώντας αυστηρότερη αντιμετώπιση και εκφράζοντας με ψήφισμα τη συμπαράστασή τους στα κορίτσια. Η Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης ανακοίνωσε ότι δόθηκαν κατευθύνσεις για τη διερεύνηση του περιστατικού και την προστασία των παιδιών, ενώ προβλέφθηκε και παρουσία ψυχολόγου στο σχολείο.

Η υπόθεση περιγράφεται σε δημοσιεύματα ως «revenge porn», όμως η λέξη «εκδίκηση» δεν πρέπει να μας παρασύρει σε αναζήτηση κάποιας προηγούμενης ιστορίας που δήθεν θα την εξηγούσε. Κανένα κορίτσι δεν χρειάζεται να έχει απορρίψει κάποιον, να έχει υπάρξει σε σχέση ή να έχει στείλει προσωπικό υλικό για να γίνει στόχος. Εδώ μιλάμε για την κατασκευή και τη διακίνηση σεξουαλικών εικόνων χωρίς συναίνεση. Κάποιος παίρνει την εικόνα ενός άλλου ανθρώπου και αποφασίζει ότι δικαιούται να τη χρησιμοποιήσει όπως θέλει. Η τεχνολογία τού προσφέρει το μέσο· η περιφρόνηση για τα όρια του άλλου βρίσκεται στην απόφαση να το κάνει.

Και η αναφορά ότι οι φωτογραφίες διαγράφηκαν δεν αρκεί για να θεωρήσουμε την υπόθεση λήξασα. Δεν γνωρίζουμε από αυτήν και μόνο την πληροφορία αν έχουν απομείνει αντίγραφα ή πού μπορεί να έχει φτάσει το υλικό. Κυρίως, όμως, η διαγραφή δεν απαντά στο πώς θα αισθανθούν ξανά ασφαλή τα κορίτσια μέσα στην τάξη τους. Δεν σβήνει αυτομάτως την αγωνία για το ποιος είδε τις εικόνες, ποιος τις προώθησε και ποιος μπορεί να τις χρησιμοποιήσει ξανά. Η προστασία τους χρειάζεται συνέχεια και συγκεκριμένες πράξεις, ακόμη κι όταν η είδηση σταματήσει να εμφανίζεται στην αρχική μας.

Οι αποβολές, επομένως, ανοίγουν μια συζήτηση που δεν μπορεί να περιοριστεί στο μέτρημα των ημερών. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι ακολουθεί: πώς διερευνάται η διακίνηση, πώς αποτρέπεται η επανάληψη, πώς στηρίζονται οι μαθήτριες και πώς αναλαμβάνουν την ευθύνη όσοι εμπλέκονται. Το ότι και οι καταγγελλόμενοι είναι ανήλικοι απαιτεί σοβαρή παιδαγωγική αντιμετώπιση, με σαφή όρια και συνέπειες. Δεν δικαιολογεί το βολικό «παιδιά είναι». Παιδιά είναι και εκείνες που καλούνται τώρα να συνεχίσουν την καθημερινότητά τους μετά την παραβίαση.

Μέσα σε αυτή την είδηση, η στάση των συμμαθητών που επέλεξαν να σταθούν δίπλα στα κορίτσια έχει ιδιαίτερη σημασία. Με την κινητοποίησή τους έκαναν ορατό ότι η ασφάλεια των συμμαθητριών τους αφορά ολόκληρο το σχολείο. Μια σχολική κοινότητα κρίνεται και από το αν αφήνει το παιδί που στοχοποιήθηκε να αντιμετωπίσει μόνο του τους ψιθύρους και τα βλέμματα. Η αλληλεγγύη χρειάζεται να συνεχίζεται και μετά την κατάληψη: στην άρνηση αναπαραγωγής του υλικού, στην αποδοκιμασία των σχολίων, στην καθημερινή στήριξη. Εκεί αποκτά περιεχόμενο το «είμαστε μαζί σας».

Αντίστοιχα, η συζήτηση στο σπίτι και στην τάξη χρειάζεται να ξεκινά πολύ πριν από το επόμενο περιστατικό. Η συναίνεση αφορά και την εικόνα μας, το πρόσωπό μας, την ψηφιακή παρουσία μας. Το ότι μια φωτογραφία είναι διαθέσιμη στο διαδίκτυο δεν δίνει σε κανέναν άδεια να τη μετατρέψει σε μέσο εξευτελισμού. Και η ευθύνη δεν τελειώνει σε εκείνον που κατασκευάζει μια τέτοια εικόνα: κάθε προώθηση διευρύνει την έκθεση του ανθρώπου που στοχοποιείται. Αυτά χρειάζεται να λέγονται καθαρά, χωρίς αμήχανα γελάκια και χωρίς υπεκφυγές γύρω από τη σεξουαλική αγωγή.

Τα πέντε κορίτσια δεν έχουν τίποτα να απολογηθούν και τίποτα να εξηγήσουν για τις φωτογραφίες τους, τα προφίλ τους ή τη ζωή τους. Δικαιούνται να μπουν στην τάξη τους χωρίς να χρειάζεται να αποδείξουν ότι πληγώθηκαν αρκετά ώστε να τα πάρουμε στα σοβαρά. Δικαιούνται προστασία που δεν εξαντλείται σε μια ανακοίνωση και στήριξη που δεν λήγει μαζί με μια αποβολή. Οι ενήλικοι γύρω τους οφείλουν τώρα να εξασφαλίσουν ακριβώς αυτό. Γιατί το κουδούνι θα ξαναχτυπήσει — και η ασφάλειά τους πρέπει να είναι εκεί όταν επιστρέψουν.