Γνωρίζεις ένα άτομο λίγο πιο ιδιαίτερο απ’ τα υπόλοιπα κι αυτή η διαφορετικότητα σε γοητεύει, σε ελκύει, σε κάνει να θέλεις να το πλησιάσεις. Θέλεις να το γνωρίσεις και να το κάνεις δικό σου, αυτή η ομορφιά να δει τη δική σου, να μιλήσουν και να ταιριάξουν μεταξύ τους. Θέλεις να ερωτευτείς κι αν έπεφτε κι αυτό για ‘σένα, τότε θα ήταν ιδανικό.

Οπότε «βάζεις τα καλά σου»· ξεσκονίζεις τη γοητεία, κάνεις προθέρμανση στο φλερτ και ξυπνάς τον ερωτισμό. Είσαι έτοιμος για τη μάχη του έρωτα και της διεκδίκησης και το πεδίο είναι καθαρό για σένα να κάνεις τις κινήσεις σου, να πολεμήσεις και να κερδίσεις.

Το ταξίδι ξεκινά. Η τεχνική σου δρα κι αναγνωρίζεις σημάδια νίκης· χαμόγελα σωστά, λόγια που χαϊδεύουν το συναίσθημα και τον εγωισμό, πράξεις που δείχνουν προοπτική και ξυπνούν τις αρχαίες πεταλούδες στο στομάχι. Και δίνεσαι με λιγότερη επιφυλακτικότητα, αφήνεσαι να ενωθείς, να συνδεθείς όπως κι όσο σου βγαίνει γιατί οι ενδείξεις στο επιτρέπουν, γιατί σε προσκαλούν να το κάνεις με χέρια ανοιχτά που ευωδιάζουν ζεστασιά κι αποδοχή. Κι αρχίζεις να λιώνεις, να χάνεσαι πανέμορφα, να θέλεις κι άλλο και να διψάς, ν’ ανυπομονείς για τη συνέχεια.

Κι έπειτα, τοίχος. Σκληρός, άσχημος, σχεδόν απάνθρωπος. Δεν μπορεί να υπάρξει συνέχεια, γιατί δεν υπήρχε ποτέ πραγματικά το περιθώριο. Θα σου πει ότι παρεξήγησες ή ότι βιάστηκες, ότι το είδες αλλιώς γιατί αυτό ήθελες. Κι ίσως αυτή να είναι η αλήθεια ή ίσως κι όχι.

Ίσως να ήταν επιπολαιότητα, η ανωριμότητα του άλλου κι αυτός να φταίει που το μέσα σου πονάει. Το θέμα δε βρίσκεται στο φταίξιμο, γιατί μπορεί να μη βρεις ποτέ την άκρη και να ταλανίζεσαι μ’ ένα κουβάρι. Η ουσία είναι στο αν υπάρχει λόγος να προσπαθήσεις να κατεδαφίσεις τον τοίχο, στο αν αξίζει να συνεχίσεις να παλεύεις.

Η απάντηση δεν είναι μία και σχεδόν ποτέ δε θα είναι μία, γιατί μερικές φορές όντως δεν μπορείς να ξέρεις την αλήθεια της άλλη πλευράς -μερικές φορές ούτε καν η άλλη πλευρά δεν τη γνωρίζει.

Η απάντησή σου βρίσκεται στο αν το αντέχεις. Αν αντέχεις να βάλεις τις σιδερογροθιές σου, να πιάσεις τον κασμά και με ιδρώτα ν’ αρχίσεις το σκάψιμο. Ναι, θα υπάρχει πολύς ιδρώτας και θα υπάρξει και πολύς πόνος στους μύες γιατί οι τοίχοι αυτοί συνήθως είναι παχιοί και γεροί. Τότε, ρώτα τον εαυτό σου, αντέχεις;

Γιατί αν όχι, τότε φύγε. Γύρισε την πλάτη σου κι απομακρύνσου κι αν σου βγει να τρέξεις, κάνε το. Δεν υπάρχει τίποτα κακό στο να φεύγεις μακριά από μάταιο πόνο, στο να μη θέλεις να υποφέρεις. Ξέρεις γιατί αυτό δεν είναι δειλία; Γιατί αν άξιζε το γκρέμισμα, θα μπορούσες ν’ ανασάνεις κατά τη διάρκεια και δε θα ένιωθες πως δεν μπορείς άλλο. Το άτομο είναι ακόμα ξεχωριστό απ’ τους υπόλοιπους, όμως απ’ τη στιγμή που δεν αντέχεις άλλο και σου κόβεται η ανάσα απ’ την προσπάθεια, τότε δεν είναι για εσένα.

Δεν είναι δειλία το να μη θέλεις να είσαι ο μόνος που προσπαθεί, ο μόνος που προσφέρει με κάθε υπέροχη πρόθεση, ο μόνος που επιθυμεί να είστε ένα σε αυτό. Δειλία είναι να υπάρχει κίνδυνος και να μην προσπαθείς για την επιτυχία. Εσύ όμως έχεις παλέψει, έχεις μοχθήσει παρ’ όλο που πάντα υπάρχει κίνδυνος. Έχεις ανοίξει τα χαρτιά σου, τα έχεις απλώσει στο τραπέζι και ζητάς να τα κοιτάξουν, να τα διαβάσουν και να τα πάρουν στα χέρια τους.

Όταν το τελευταίο μέρος δε γίνεται, το καλύτερο είναι να τα μαζέψεις πάλι στην αγκαλιά και να φύγεις γιατί διαφορετικά το μόνο που σε περιμένει είναι κι άλλος πόνος, θλίψη και σακάτεμα. Αξίζει; Ποιος αξίζει το δικό σου σακάτεμα και γιατί να το αξίζει ειδικά εφόσον δεν έχει αποδείξει την αξία του -γιατί αν το είχε κάνει, δε θα είχες φτάσει σε αυτό το σημείο.

Ο εαυτός σου είναι αυτός που πάντα θα έχεις σύντροφο, αυτός που πρέπει να προσέχεις πάνω απ’ όλα κι όταν αφήνεις το τάδε άτομο και το κάθε άτομο να σε γδάρει, ακόμα και χωρίς να ήταν αυτός ο σκοπός του, τότε δε σε φροντίζεις. Μας αξίζει να χαμογελάμε με τον άλλον, η σχέση να κυλά, να ρέει και να μας γεμίζει θετικά, όχι να μας προβληματίζει και τυραννάει.

Πρέπει να μάθουμε να φεύγουμε, ν’ αναγνωρίζουμε πότε η κατάσταση γίνεται βαριά κι αποπνικτική, πότε η έκβαση της μάχης έχει καθοριστεί, δίχως να το έχουμε πάρει καν είδηση. Πρέπει να φανούμε γενναίοι, δυνατοί και να κάνουμε αυτό που θα ελευθερώσει το οξυγόνο που έχει πιαστεί στον λαιμό μας.

Πρέπει να ξέρουμε πότε ήρθε η ώρα για υποχώρηση και να την αποδεχτούμε σαν κάτι υγιές και καλό. Γιατί μόνο καλό θα κάνουμε στον εαυτό μας τότε. Το να ξέρεις πότε να φεύγεις δεν είναι δειλία· είναι γενναιότητα. Ας είμαστε γενναίοι.

 

Επιμέλεια Κειμένου Μαρίας Α. Καρμίρη: Πωλίνα Πανέρη     

Συντάκτης: Μαρία Α. Καρμίρη