Την ατακάρα που παίζει σε αεροπλάνα και βαπόρια ανά την Ελλάδα όλοι την ξέρουμε. «Ζήσε το μύθο σου στην Ελλάδα», λέω και δεν κλαίω. Και παρόλο που το ποστεράκι με το φραπέ και το «Welcome to Greece and have a nice day» με το που φτάνεις, ξενιτεμένο μου πουλί, στο Ελ Βενιζέλ, όλο και κάποιο σκίρτημα θα σου προκαλέσει, ο μύθος που ζει ο δύσμοιρος τουρίστας στην Ελλάδα διαφέρει κατά πολύ από αυτό που νομίζεις.

Αν δεν το έχεις καταλάβει πως η ελληνική φιλοξενία βρίσκεται αποτυπωμένη μόνο στα βιβλία της Α’ δημοτικού και σε ταινίες τύπου «Μy big fat Greek wedding» και δε συμμαζεύεται, δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν. Ή να λείπεις καιρό από την Ελλάδα, καναδυό-τρεις γενιές για την ακρίβεια, ή να κατάγεσαι από κάποιο απομακρυσμένο νησί ή ορεινό χωριό, που εκεί όντως υπάρχει.

Η ελληνική φιλοξενία δεν είναι παρά ένας μύθος. Ναι, σαν τους άθλους του Ηρακλή και τα παραμύθια του Αισώπου ένα πράμα. Όπου παραμονεύει το εύκολο χρήμα, τα πατροπαράδοτά μας ένστικτα πάνε περίπατο.

Να αρχίσω με τον πρώτο άνθρωπο που συναντά κανείς πατώντας το πόδι του σε ελληνικό έδαφος.Τον αξιαγάπητο ταρίφα. Βλέποντας ο μεσιέ πως η κούρσα δεν καταλαβαίνει γρι Ελληνικά,ξεκινά το λογύδριο με τα σπαστά αγγλικά του, την πέφτει στην ύπαρξη αν είναι θηλυκή, κάνει το δρομολόγιο αεροδρόμιο-Πειραιάς σε διάστημα τριών ωρών, μιας και του ‘τυχε έκτακτη κούρσα στο Λαύριο. Χρεώνει τα μαλλιοκέφαλά του τουρίστα, του πετάει ένα «έτσι είναι εδώ», το όργανο της τάξης που πίνει φρέντο στα Έβερεστ κάνει την πάπια σε περίπτωση που του παραπονεθεί κανείς, και ούτε γάτα, ούτε ζημιά.

Πάμε τώρα στο κεφάλαιο ταβερνιάρης. Ο άνθρωπος που θα ανοίξει διάπλατα  στον τουρίστα το μαγαζί, την καρδιά και κατά συνέπεια το πορτοφόλι του. Αν έχει λίγη μπέσα, θα σερβίρει μια χωριάτικη, δυο μπίρες και μία πατάτες για δεκαπέντε ευρώ. Αν πάλι δεν έχει, τα λαχανικά θα ‘ναι απομεινάρια από τη χθεσινή λαϊκή κι η μπίρα ληγμένη. Πάλι για δεκαπέντε ευρώ φυσικά.

Μη μιλήσουμε και για τους ορεσίβιους του είδους, που την έχουν δει γκαούτσος. Όχι γιατί εκτρέφουν μόνοι τα ζώα τους σε φάρμες, αλλά γιατί όντως σερβίρουν στους πελάτες κρέατα Αργεντινής, σε τιμές ντόπιων φυσικά. Από τη συλλογή δε λείπει ούτε ο ιδιοκτήτης καντίνας σε παραλία, που στο «βρομιάρη ξένο» θα χρεώσει το νερόβραστο φρέντο τέσσερα ευρώ, ενώ σ’ εσένα, που ‘σαι «δικό μας παιδί», μόνο δύο.

Θα πάρουν παραγγελία με ψεύτικο χαμόγελο και μόλις μπουν στην κουζίνα θ’ αρχίσουν τα καντήλια για τους βρομιάρηδες ξένους. Αν βέβαια κανένα συνεργείο τηλεόρασης είναι περαστικό από εκεί, θα ποζάρουν στην κάμερα και με τα επιπέδου προφίσιενσι και βάλε Αγγλικά τους, θα ξεφωνίσουν κι ένα «άι λοβ τούριστ!»

Αν δε, πας μια βόλτα από μίνι μάρκετ μικρού παραθαλάσσιου χωριού, εκεί θα δεις το πάρτι. Μιας και δεν υπάρχει τίποτα σε ακτίνα δέκα χιλιομέτρων και βάλε, το αντηλιακό πωλείται σε τιμή Μανχάταν, η σερβιέτα για την τιμή της πιθανότατα είναι βελούδινη, τα βατραχοπέδιλα μάλλον έχουν διακόσμηση με κρυστάλλους Σβαρόβσκι, ενώ τα περιοδικά σταυρολέξων από την εποχή του Ανδρέα Παπανδρέου κοστολογούνται όσο όλη η σειρά της «Πάπυρους Λαρούς Μπριτάνικα».

Αν ο Έλλην δεν έχει άμεσο όφελος από εσένα, ή ακόμη κι αν έχει, αλλά του ‘χεις κάτσει στο λαιμό πολύ καιρό, θα σε στείλει στεγνά στο διάολο.  Ξεχνιούνται οι αξιαγάπητοι σπιτονοικοκύρηδες και μαγαζάτορες των νησιών με φοιτητόκοσμο που τους βρίζανε ολημερίς κι ολονυχτίς γιατί είχαν ρημάξει την πόλη τους; Άσχετα με το αν στα συγκεκριμένα νησιά, χωρίς την παρουσία φοιτητών, οι όμορφες επιχειρησούλες τους θα είχαν βάλει λουκέτο προ πολλού.

Υπάρχουν και εξαιρέσεις. Λίγες και λαμπρές. Σε τόπους που το χρήμα έχει φτάσει, αλλά δεν μπόρεσε να προκαλέσει τη φθορά που προκάλεσε αλλού. Εκεί που οι άνθρωποι θυμούνται ακόμη το μεγαλείο της φιλοξενίας και δεν έχουν τυφλωθεί από την πρόσκαιρη ελιτίστικη ζωή που προσφέρει η όποιου είδους διαφθορά.

 

Eπιμέλεια Κειμένου: Σοφία Καλπαζίδου

Συντάκτης: Τίνα Μπαρμπάτσαλου