Υπάρχει ένας πολύ απλός τρόπος να καταλάβεις πού ανήκεις πραγματικά: δες πού μπορείς να μιλήσεις χωρίς να επεξεργαστείς για πολλοστή φορά την σκέψη στο μυαλό σου πριν την ξεστομίσεις.

Οι περισσότεροι χώροι της ζωής μας δεν είναι έτσι. Επεξεργαζόμαστε. Κόβουμε γωνίες από τον εαυτό μας για να χωρέσει στο σχήμα που περιμένουν οι άλλοι. Το κάνουμε τόσο συχνά που το μπερδεύουμε με ευγένεια, με ωριμότητα, με το να «τα πηγαίνουμε καλά με όλους». Στην πραγματικότητα είναι μια αργή, καθημερινή συρρίκνωση.

Και το χειρότερο είναι ότι δεν το κάνουμε μόνο με αγνώστους. Το κάνουμε και με ανθρώπους που υποτίθεται μας ξέρουν καλύτερα απ’ όλους. Ανοίγεις την πόρτα του σπιτιού σου το βράδυ κι αντί να νιώσεις ότι επιτέλους μπορείς να κατεβάσεις τις άμυνές σου, ζυγίζεις ακόμα τι θα πεις και πώς θα ακουστεί. Αν αυτό συμβαίνει εκεί όπου υποτίθεται ότι είσαι πιο ασφαλής, κάτι δεν πάει καλά, όχι με σένα, με τον χώρο.

Η αλήθεια σου πρέπει να είναι αποδεχτή από τα άτομα που επιλέγεις και σε επιλέγουν και η καθημερινότητα γενικά εύκολη σαν την διαδικασία της αναπνοής. Από την αγάπη δεν ζητάμε ομοφωνία, ζητάμε ελευθερία. Προφανώς αυτό δεν αναιρεί την διαδικασία της συνεχής αυτοβελτίωσης. Αλλά προσωπική αυτοβελτίωση, για το ποιος θέλεις να είσαι, όχι επειδή προσπαθείς να αποφύγεις την κρίση και να αποκτήσεις την εκτίμηση των πιο κοντινών σου ανθρώπων.

Το πιο επικίνδυνο δεν είναι η κρίση αγνώστων. Αυτή τη διαγράφεις εύκολα, δεν έχει βάρος. Το πιο επικίνδυνο είναι όταν έρχεται από κάποιον που θα έπρεπε να συμπάσχει, να αντιλαμβάνεται, να σε νιώθει χωρίς εξηγήσεις και ανταλλάγματα. Βλέπει ότι είσαι καλά, ότι βρήκες κάτι που σε γεμίζει, και αντί να χαρεί, τεντώνεται. Όχι επειδή δεν σε αγαπάει. Επειδή η ευτυχία σου τον αναγκάζει να αναρωτηθεί κάτι για τη δική του ζωή που προτιμούσε να μην κοιτάξει. Κι έτσι, αντί να σε πλησιάσει, σε περιορίζει με ένα σχόλιο εδώ, μια επιφύλαξη εκεί, ώστε να μη χρειαστεί να αντιμετωπίσει τη δική του δυσαρέσκεια. Ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται και στις καταιγίδες σου, αντί να σε κατανοήσει, να σου σταθεί, να βάλει στην άκρη τον εγωισμό του και να επικεντρωθεί για λίγο σε εσένα, γίνεται εγωιστής και ισχυρογνώμον. Όσο και αν δεν θέλεις να το παραδεχτείς, ο άνθρωπος αυτός δεν είναι το μέρος όπου ανήκεις. Μπορεί να είναι πολλά άλλα πράγματα, παλιός φίλος, οικογένεια, κάποιος που απλά αγαπάς. Απλώς δεν είναι εκεί το μέρος που μπορεί να ξαποσταίνει η ψυχή σου.

Υπάρχει ένας τρόπος να ξεχωρίσεις πού ανήκεις πραγματικά από πού απλώς επιβιώνεις: ρώτα τον εαυτό σου πόση ενέργεια σου κοστίζει να είσαι εκεί. Αν κάθε επίσκεψη, κάθε συνάντηση, κάθε βράδυ σε αφήνει πιο άδειο απ’ ό,τι σε βρήκε τότε την έχεις την απάντησή σου. Δεν είναι δικό σου μέρος, όσο κι αν το ονομάζουν έτσι. Αν όμως υπάρχει κάπου, έστω και ένα άτομο, μπροστά στο οποίο δεν χρειάζεται να προλογίσεις τις σκέψεις σου πριν τις πεις, τότε επίσης έχεις μιαν άλλη απάντηση.

Το μπερδεύουμε συχνά αυτό με τύχη. Δεν είναι τύχη να βρεις τα συστήματα στα οποία μπορείς να ανθίσεις ανεμπόδιστα. Είναι επιλογή, και μάλιστα επίπονη, γιατί σημαίνει να αφήσεις χώρους που σε ήξεραν χρόνια – και ας είμαστε ειλικρινείς –  στους οποίους έμενες και επέμενες μόνο και μόνο επειδή σε ήξεραν χρόνια, χωρίς αυτό από μόνο του να σημαίνει ότι σε χωρούσαν. Κι είναι επιλογή επίπονη εις το τετράγωνο όταν απλά αντιλαμβάνεσαι ότι ο λόγος που δεν χωράς δεν είναι η έλλειψη αγάπης. Εκεί ακριβώς νιώθεις ότι παρατάς τα όπλα αλλά στην πραγματικότητα είναι αυτοφροντίδα.

Το τελευταίο εμπόδιο είναι πάντα το ίδιο: θέλουμε επιβεβαίωση ότι έχουμε δίκιο να φύγουμε, ότι εμείς κάναμε ότι καλύτερο, ότι παλέψαμε, εξηγήσαμε, υπομείναμε χωρίς κατανόηση και ανταπόκριση από την άλλη πλευρά. Ιδανικά θα θέλαμε μια απόφαση δικαστηρίου με την οποία το μυαλό θα κοιμόταν ήσυχα το βράδυ. Το θέμα όμως δεν είναι το δίκιο του μυαλού αλλά η γαλήνη της ψυχής. Δεν θα την πάρεις ποτέ την επιβεβαίωση που ψάχνεις, τουλάχιστον όχι από αυτούς που αφήνεις πίσω.

Δεν χρειάζεται όμως. Δεν χρωστάς απόδειξη σε κανέναν για το πού νιώθεις καλά. Χρωστάς μόνο στον εαυτό σου να μη σταματήσεις να ψάχνεις, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει να μείνεις για λίγο χωρίς σαφή απάντηση στο «πού ανήκω». Καλύτερα αυτό, παρά να ανήκεις παντού και να μην είσαι πουθενά ο εαυτός σου.

Συντάκτης: Λυδία Αθανασίου
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη