Εάν ο Άγγλος συγγραφέας D.H. Lawrence είχε δίκιο, η ανατροφή ενός παιδιού είναι εξαιρετικά εύκολη και συνοψίζεται σε τρεις μόλις κανόνες: «Πρώτος κανόνας: αφήστε το μόνο. Δεύτερος κανόνας: αφήστε το μόνο. Τρίτος κανόνας: αφήστε το μόνο. Αυτή είναι ολόκληρη η αρχή». Διαβάζοντας όμως κάτι τέτοιο πολλοί θα αναρωτηθούν εάν όντως η αρχή αυτή είναι πρώτον κατάλληλη για την ανατροφή ενός παιδιού και δεύτερον εάν μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη. Εμείς συμφωνώντας σε πολύ μεγάλο βαθμό μαζί της και μαζί του, θα αποδείξουμε με αυτό το άρθρο γιατί είναι σωστή και πώς μπορούμε ως παιδαγωγοί, φροντιστές και γονείς να κάνουμε τα παιδιά μας να αυτενεργούν και να αναλαμβάνουν τον έλεγχο της ζωής τους ήδη από μικρή ηλικία.

Καταρχάς, θα πρέπει να τους παρέχουμε ευκαιρίες εξερεύνησης του εσωτερικού και εξωτερικού περιβάλλοντός τους. Μπορούμε να τα ρωτάμε για τα συναισθήματά τους και να τα ενθαρρύνουμε να τα εκφράζουν ελεύθερα, χωρίς να τα μαλώνουμε για όσα νιώθουν κάθε στιγμή, αλλά αντίθετα εξηγώντας τους τη σημασία κάθε συναισθήματος και αναλύοντας (ως ένα βαθμό) γιατί νιώθουν αυτά που νιώθουν. Ερωτήσεις όπως: «πώς αισθάνθηκες κάνοντας αυτό ή βλέποντας το άλλο;», «τι πιστεύεις ότι ένιωσε το άλλο άτομο όταν συνέβη εκείνο;» είναι ενδεικτικές της εσωτερικής στροφής και ενδοσκόπησης που αποσκοπούμε να κάνουν τα παιδιά αυτήν τη φάση. Ταυτόχρονα, ας τα αφήσουμε να παίξουν στην άμμο, με το νερό, με το χώμα, το χιόνι, τα χρώματα και τη λάσπη χωρίς να γινόμαστε επεμβατικοί, λέγοντάς τους ότι θα λερωθούν ή θα καταστρέψουν το σπίτι.

 

Diary | Dreaming Awake


€14,90

-----

 

Επιπλέον, ας θυμόμαστε πως πρέπει να «πάθουμε για να μάθουμε». Επιβάλλεται με άλλα λόγια να ανοιχτούμε στην εμπειρία και να αφεθούμε να μας δείξει η ζωή το ιδανικό μονοπάτι να ακολουθήσουμε. Αντ’ αυτού, όμως, πολλές φορές τοποθετούμε τα παιδιά μας σε μια γυάλα και τα αποτρέπουμε από το να συναναστρέφονται με κόσμο ή να ανακαλύπτουν τα όρια και τις δυνατότητές τους. Φοβούμενοι ότι θα απογοητευτούν, ότι θα κάνουν λάθη ή θα πληγωθούν, αρνούμαστε να αφήσουμε τα παιδιά μας να έχουν εμπειρίες και να εμπλακούν σε δραστηριότητες που θα τα εξελίξουν, με αποτέλεσμα εκείνα να στερούνται τη συναναστροφή και τα όσα αυτή συνεπάγεται. Κι αυτό δε θα ήταν τόσο μεμπτό εάν δεν τα ακολουθούσε μετέπειτα σε όλη τους τη ζωή, κάνοντάς τα σχεδόν πλήρως εξαρτώμενα συναισθηματικά και πρακτικά από τους γονείς τους.

Την ίδια γραμμή πλεύσης με τον Lawrence φαίνεται να ακολουθεί και ο διακεκριμένος ψυχολόγος Erik Erikson με την ψυχοκοινωνική του θεωρία. Ο τελευταίος αναδεικνύει στο έργο του τη σημασία της αυτονομίας των παιδιών ήδη από τη βρεφική τους ηλικία, υποστηρίζοντας ότι αυτή αποτελεί έναν θεμελιώδη παράγοντα της αυτοεκτίμησης και της αυτοπεποίθησής τους. Προτρέπει μάλιστα τους γονείς να ωθούν τα παιδιά τους να εξερευνούν τις δυνατότητές τους μέσ’ από την ενασχόλησή τους με το εξωτερικό περιβάλλον.

Ταυτόχρονα, όλοι οι ψυχολόγοι πιστεύουν ότι εξ απαλών ονύχων θα πρέπει να αφηνόμαστε να μάθουμε τον εαυτό μας και τους άλλους χωρίς να φοβόμαστε και δίχως να βάζουμε εμπόδια στους εαυτούς μας. Πρέπει δηλαδή να οργανώσουμε τη σχολική μας τσάντα μόνοι μας, να διαχειριστούμε την αποτυχία στις εξετάσεις μόνοι μας, να ξεκινήσουμε τη δική μας επιχείρηση μόνοι μας ή να ορθώσουμε το ανάστημά μας απέναντι σε μια αδικία στη δουλειά μόνοι μας, αφού οι οικείοι μας δε θα είναι πάντα κοντά μας.

Εκείνο που ωστόσο χρήζει ιδιαίτερης προσοχής είναι να αποφύγουμε να πέσουμε στην παγίδα που θέλει να θεωρήσουμε ότι η αυτονομία που μας δίνει κάποιος είναι ταυτόσημη της αδιαφορίας. Ως γονείς επιβάλλεται να λειτουργούμε με μέτρο και σύνεση, καθώς τα παιδιά ναι μεν θέλουν να παίρνουν πρωτοβουλίες αλλά αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει να αποφασίζουν για όλα στη ζωή τους μόνα τους, στις μικρές ηλικίες κυρίως. Για παράδειγμα, δεν είναι δυνατόν ένα δωδεκάχρονο παιδί να βγαίνει μόνο του και να γυρίζει στο σπίτι του στις δύο τα μεσάνυχτα, κατ’ επανάληψη και χωρίς ιδιαίτερο λόγο και αυτό να θεωρείται αυτονομία. Αυτό υποδηλώνει αδιαφορία και μη ύπαρξη ορίων από την πλευρά των γονέων. Αντίθετα, το να κοιμηθεί το βράδυ σ’ ένα φιλικό πρόσωπο ή να πάει στη χοροεσπερίδα του σχολείου και να επιστρέψει σπίτι σε μια από κοινού με τους γονείς συμφωνηθείσα ώρα είναι λογικό και καθόλα φυσιολογικό. Αλληλένδετα, το γεγονός ότι το παιδί αφήνεται και ενθαρρύνεται να επιλέξει μόνο του το επαγγελματικό του μέλλον, ακόμη κι αν δε συμφωνούν οι γονείς του, δείχνει την πραγματική αυτονομία που του δίνεται.

Θα λέγαμε λοιπόν ότι κατά βάση συμφωνούμε πολύ με τον Lawrence, καθώς με τα λόγια του τονίζει τη σημασία της αυτενέργειας και τον ρόλο του διαλεκτικού και συνάμα υποστηρικτικού γονέα, που δείχνει έμπρακτα την αγάπη του. Μπορεί η αρχή που μας προτείνει να φαίνεται κάπως υπερβολική, αλλά είναι δοκιμασμένη και ιδιαίτερα αποτελεσματική, καθώς μας προτρέπει να δώσουμε χώρο στα παιδιά μας, χωρίς να αποκλείει τη θέσπιση ορίων από την πλευρά μας.

 

Θέλουμε και τη δική σου άποψη!

Στείλε το άρθρο σου στο info@pillowfights.gr και μπες στη μεγαλύτερη αρθρογραφική ομάδα!

Μάθε περισσότερα ΕΔΩ!

Συντάκτης: Εύη Λεγάτου
Επιμέλεια κειμένου: Ζηνοβία Τσαρτσίδου