Article of the day: Η Θάλεια Διαμαντούλη μάς μιλάει για την ΜπάρμπαραΔες εδώ!

xenia381

Χιλιάδες ζευγάρια μάτια γύρω μου, σε όλα τα χρώματα κι όλα τα σχήματα. Δε στάθηκα ποτέ σε κανένα από αυτά. Τίποτα δεν κρατούσε τα δικά μου πάνω τους.

Πάντα πίστευα πως τα μάτια είναι ένας κρατήρας συναισθημάτων και πως περιμένουν το κατάλληλο βλέμμα που θα προκαλέσει τη μεγάλη έκρηξη. Ήξερα πως αυτό συμβαίνει μονάχα μία φορά και πως οι επιπτώσεις δε θα υπάρξουν σε κανένα λεξιλόγιο την ώρα εκείνη. Το δικό σου βλέμμα ήταν για εμένα η εκκίνηση κι η λάβα που είχε βάλει πείσμα να με κάψει ολοκληρωτικά.

Λόγω τιμής, στο ορκίζομαι πως αν κάθε φορά που σε κοιτούσα χωρίς να το ξέρεις μπορούσαν τα μάτια μου να αφήνουν μία πινελιά στον αέρα, μέχρι και σήμερα θα είχα ζωγραφίσει όλη την επόμενη ζωή μας κι εσύ δε θα μπορούσες να δεις τίποτα άλλο γύρω σου παρά μόνο τις αποχρώσεις ενός απόλυτου έρωτα.

Άργησα αρκετά να καταλάβω πως δεν είναι τα μάτια, τελικά, που ερωτεύεσαι, αλλά το βλέμμα. Το βλέμμα εκείνο που δεν ήταν ίδιο σε κανέναν καθρέπτη πέρα απ’ τα δικά μου μάτια.

Το βλέμμα εκείνο που έχει την ιδιότητα του κρυπτονίτη και καταφέρνει να με διαλύει σε κάθε κοίταγμα και να μου χαρίζει τη ζωή μου μόνο για εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα που χρειάζονται όταν ανοιγοκλείνουν τα βλέφαρα.

Είναι ο τρόπος που σε κοιτάει και μαγικά σε καθηλώνει, είναι ένα κράμα πόθου κι έντασης συμπυκνωμένο σε δύο μικρές σχεδόν γυάλινες σφαίρες, ικανές να ρίξουν και να γκρεμίσουν ακόμη και την τελευταία κορίνα άμυνας που μου έχει απομείνει.

Έλεγα πως δεν είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να είναι η μεγαλύτερή σου δύναμη και ταυτόχρονα αδυναμία κι όμως ήρθες για μου υπενθυμίσεις πως δεν υπολόγισα σωστά τις πιθανότητες.

Άρχισα να πιστεύω πως οι λέξεις δεν έχουν πια καμιά σημασία και πως η φωνή μου είναι περιττή. Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς γίνεται να μην έχω πια ανάγκη όσα μέχρι εκείνη τη στιγμή θεωρούσα απαραίτητα.

Κλείδωσα τα όσα ένιωθα πίσω από εκείνα τα φιμέ μάτια. Ήταν ο μόνος χαρακτηρισμός που τα πλησίαζε έστω και λίγο. Δε με άφησαν ποτέ να καταλάβω το πραγματικό τους χρώμα ούτε όσα καλά έκρυβαν -κι όμως εκείνα με ήξεραν καλά.

Τα έβαλα με το θεό κι έκανα συμφωνία με δαίμονες με μόνο βάθρο την αθανασία, προς μετάφραση μέχρι και των λεπτών που θα μπορούσα να σε κοιτάω αποκτώντας την.

Φοβάμαι τους ανθρώπους που ένα βλέμμα μπορεί να τους ορίσει και με τη δική σου παρέμβαση έγινα ο μεγαλύτερός μου φόβος. Μισώ τους ανθρώπους που δεν μπορούν να δουν σε εσένα όλα όσα μόνο εγώ μπορώ και –πίστεψέ με– η απουσία οποιασδήποτε ζήλιας σε αυτό με τρομάζει περισσότερο.

Αυτό, λοιπόν, ερωτεύτηκα! Σε αυτό πίστεψα. Στο βλέμμα σου.  Σε όλες εκείνες τις λέξεις που μου τις έδωσες σε δάκρυα κι εγώ τα αγάπησα. Σε όλα εκείνα τα φιλιά που μου τα έδωσες μονάχα με τα μάτια κι εγώ τα κράτησα. Σε όλα εκείνα που δεν κατάφερες να μου πεις κι όμως εγώ τα είχα κιόλας ζωγραφίσει!

 

Συντάκτης: Φιλοθέη Τζαλαζίδου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη