Η Ελένη Βαλαβάνη μιλάει για τον εθισμό στον πόνο. Δες όλο το άρθρο εδώ!

r570

Μετά τα οικογενειακά τραπέζια, ξέρεις ποια είναι η πιο δύσκολη φάση για μια φαμίλια; Μα φυσικά όταν φεύγουν τα παιδιά από το πατρικό σπίτι· και όταν λέω παιδιά συμπεριλαμβάνω κάθε πιθανή ηλικία. Η πρώτη αποχώρηση από το πατρικό είναι από μόνη της ένα σίριαλ, από τις σκέψεις που μετατρέπονται σε λόγια, στην προετοιμασία, την τελική αποχώρηση, μέχρι και την επόμενη ημέρα που ξαφνικά το σπίτι μοιάζει άδειο, όλα μπορούν εύκολα να συνθέσουν μία σωστή σαπουνόπερα που όσο και να μοιάζει υπερβολική, βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και αλήθειες.

Φεύγει το αδελφάκι λοιπόν από το σπίτι, έφτασε αυτή η μεγάλη μέρα για την οικογένεια. Αν είναι για σπουδές είναι κάπως καλύτερα τα πράγματα. Οι γονείς έχουν προετοιμαστεί ψυχολογικά μέχρι να έρθει η ώρα να αφήσουν το παιδί τους σε άλλη πόλη και σε άλλο σπίτι. Σίγουρα τον τελευταίο χρόνο όλοι εντός του σπιτικού προετοιμάζονται ότι θα μείνουν λιγότεροι και η ιδέα της φοιτητικής ζωής έχει στρώσει το έδαφος πριν το φευγιό του αδελφού. Κάτι τέτοιο βέβαια μπορεί να συμβεί και αργότερα, μετά τα δεκαοχτώ για λόγους δουλειάς. Εδώ είναι η φάση που ναι μεν το έχεις στο μυαλό σου ότι μπορεί να συμβεί, αλλά είναι κοινό μυστικό, δε μιλάτε γι’ αυτό και όλοι πιστεύουν ότι θα αργήσει αυτή η μέρα, μέχρι που έρχεται η ανακοίνωση και όλοι ξαφνιάζονται. Ναι, ακόμα κι αν πλησιάζει τα πρώτα -άντα το αδελφάκι σου, δεν παίζει κανένα ρόλο. Δε συζητάω το ενδεχόμενο να φύγει το παιδί στο εξωτερικό, εκεί η κατάσταση αντιμετωπίζεται σαν σωστή παραδοσιακή ξενιτιά, όπως ακριβώς τα παλιά τα χρόνια. Όλοι συμπεριφέρονται σαν να μην υπάρχουν εκατό τρόποι επικοινωνίας, σαν να μην υπάρχουν αεροπλάνα που σε πάνε παντού άμεσα και ξεκούραστα, αλλά σαν να πρέπει να ταξιδέψεις τη μισή σου ζωή για να δεις το καμάρι σου. Το προσπερνάω αυτό γιατί είναι πολύ βαρύ για Σάββατο και σας πάω και σε μια άλλη πιθανότητα. Να φύγει το αδελφάκι από το σπίτι κάπως ξαφνικά, εκτός του οικογενειακού προγραμματισμού και ίσως πριν ενηλικιωθεί. Συμβαίνει κι αυτό, σας το λέω εκ πείρας. Μάλλον την ώρα που γίνεται κανείς δεν καταλαβαίνει ακριβώς τι πάμε να κάνουμε και ίσως περνάει λιγότερο επώδυνα, μετά όμως ακολουθούμε όλες τις διαδικασίες «απώλειας» κανονικά.

Το παιδί, ή τα παιδιά αν είναι πιο τυχερά, που μένουν πίσω έχουν από τη μία να διαχειριστούν το δικό τους σεβντά ή γλέντι -όπως το δει ο καθένας- και από την άλλη να ισορροπήσουν εκ νέου τη σχέση τους με τους γονείς λόγω της καινούριας κατάστασης που δημιουργήθηκε στο σπίτι. Να φροντίσουν για να περάσει αυτό όσο πιο ξώφαλτσα γίνεται. Μέσα σε όλα βάλε και το σόι -και όχι μόνο- που κάνει συγκεκριμένες ερωτήσεις ή παρεμβάσεις και οριακά πενθεί, με πρωτεργάτη τη γιαγιά που αναστενάζει και ανησυχεί από το πρώτο «καλημέρα», μέχρι όμως και τον μανάβη της γειτονιάς που αναρωτιέται πώς αφήσατε το παιδί να φύγει από το σπίτι, λες κι έμεινε στο δρόμο και δεν ήταν κάτι που είναι λογικό να συμβεί και καλό για κάθε παιδί.

Περνώντας οι μέρες το δράμα συνεχίζεται, μετανιώνεις που δε χώθηκες κι εσύ στη βαλίτσα του αδελφού σου για να γλιτώσεις όλο αυτό το παραλήρημα. Από τη μία είναι η μαμά που μετακινείται από όλες τις συναισθηματικές φάσεις, ίσως και ταυτόχρονα. Απ’ τη μία σκέφτεται αν έχει προετοιμάσει κατάλληλα κι επαρκώς το παιδί της γι’ αυτό το μεγάλο βήμα και απ’ την άλλη αγοράζει τα καλύτερα τάπερ της αγοράς για να στείλει σπιτικό φαγάκι. Φροντίζει με συχνές αλλά διακριτικές, τάχα, βιντεοκλήσεις να ελέγχει ότι το καθαριστικό του μπάνιου δεν μπερδεύεται με το απορρυπαντικό πλυντηρίου κι επαναλαμβάνει με ευλάβεια την οδηγία να μη γδέρνεται η τοστιέρα· αυτή η μάστιγα. Παράλληλα ενθαρρύνει το παιδί σε αυτήν τη νέα αρχή, ενώ ανανεώνει το συμβόλαιο με την εταιρεία τηλεφωνίας για να  έχει άφθονα λεπτά ώστε να μην υπάρχει δικαιολογία που δεν παίρνει τηλέφωνο. Κάποιες μέρες κρύβουν μία θλίψη βέβαια, δε χαίρεται πάντα που λείπει το παιδί, προτιμά μέχρι και να φτιάχνει ξεχωριστό μενού τα μεσημέρια. Τώρα πια δε διαμαρτύρεται που στρώνει παραπάνω κρεβάτια, αλλά μαζί μ’ έναν αναστεναγμό την ακούς να λέει «ας ήταν εδώ το παιδί και δε θα έλεγα τίποτα για το κρεβάτι και τις πεταμένες κάλτσες».

Κεφάλαιο πατέρας, στην αρχή δεν αντιδρά ιδιαίτερα, σκέφτεται πιο λογικά και πρακτικά. Πιστεύει πως θα τα καταφέρει το καμάρι του ό,τι κι αν γίνει, γατί όταν είχε φύγει εκείνος ως φοιτητής δεν είχαν ρεύμα, ας πούμε, φεύγανε μόνοι τους με μία βαλίτσα, τρώγανε όλοι μαζί, κοιμόντουσαν σε στρώματα στο πάτωμα κι άλλα τέτοια που έχεις ακούσει εκατό φορές. Έτσι τώρα, το γεγονός ότι υπάρχει μια στέγη, ρεύμα, νερό και φαγητό, θεωρείται πολυτέλεια. Οι μέρες που θα περάσουν μ’ ένα μέλος λιγότερο, θα βρουν τον πατέρα ή αρκετά κουλ ή αρκετά δραματικό, μάλλον όμως δεν αφήνει να δείξει όσα νιώθει και σιγά-σιγά αρχίζει να εστιάζει το ενδιαφέρον του αλλού. Και όταν λέω αλλού, εννοώ στ’ άλλα παιδιά της οικογένειας, που δυσανασχετούν και κινούνται προς πάσα κατεύθυνση ψάχνοντας για έξοδο κινδύνου και για παράθυρα που, αν χρειαστεί, μπορούν να επιστρατεύσουν.

Μπορεί βέβαια το αδελφάκι που μένει πίσω να το απολαμβάνει και λίγο. Έχει παραπάνω ησυχία και χώρο στην ντουλάπα, δεν παραμονεύει κανείς για πείραγμα και δεν ετοιμάζει φάρσες, άσε που τώρα πια πάντα έχει ζεστό νερό για μπάνιο και σοκολάτες στο ντουλάπι. Κανείς δε φοράει τα ρούχα του, αλλά τι να το κάνεις που λείπει ο συνεργός για σκανταλιές και κρυφά ξενύχτια. Μεγαλώνοντας θέλει κάποιον που να τον καταλαβαίνει πιο εύκολα μέσα στο σπίτι και να τον σώζει από δύσκολες συζητήσεις και οικογενειακά τραπέζια.

Για να είμαστε ειλικρινείς επικρατεί μια αμηχανία στην αρχή, ο καθένας ψάχνει να βρει τις ισορροπίες του. Η μαμά δεν επιτρέπει κανείς να κάθεται στην άδεια θέση του αδελφού στο τραπέζι, οριακά δηλαδή δε βάζει κι εκεί ένα πιάτο φαγητό, εσύ είσαι κουλ ή τουλάχιστον προσπαθείς να κάνεις πλάκα όσο φροντίζεις τους γονείς σου για να μη νιώσουν έντονα την απουσία, αφού αυτά είναι καλό να γίνονται.

Έτοιμη η σαπουνόπερα λοιπόν και μην ανησυχείτε, συμβαίνουν αυτά· και στις καλύτερες  οικογένειες!

Συντάκτης: Ελεάννα Μαυροπούλου
Επιμέλεια κειμένου: Μαρία Ρουσσάκη