Αν επιχειρήσει κάποιος να συγκεντρώσει μια μερίδα ανθρώπων και να ζητήσει απ’ τον καθένα τον ορισμό της ερωτικής σχέσης, οι απαντήσεις που θα λάβει μπορεί να έχουν πολλά κοινά σημεία, αλλά και πολλά διαφορετικά στοιχεία. Κάποιοι την έχουν στο μυαλό τους πιο αφαιρετικά, ενώ κάποιοι πολύ συγκεκριμένα.

Τυπικά -και κάπως παλιακά-, θα λέγαμε ότι η ερωτική σχέση είναι ο ειδυλλιακός δεσμός δύο ανθρώπων. Το κάθε ζευγάρι θα συμπληρώσει αυτόν τον σύντομο ορισμό με τα συστατικά που θα προκύψουν ή θα αποφασίσει εκείνο. Η έννοια, λοιπόν, της σχέσης είναι ανοιχτή κι αφηρημένη. Έτσι, πολλοί μπερδευόμαστε και δεν ξέρουμε αν είμαστε σε σχέση ή όχι, αν δεν το συνεννοηθούμε με τον άνθρωπο που σχετιζόμαστε. Ας δούμε, όμως, πόσο μπορεί να διαφέρει μια σχέση από μια «σχεδόν» σχέση.

Ξεκινάς τη σχεδόν σχέση σου, βγαίνοντας το κλασικό ραντεβού, για καφέ ή και για μια ανέμελη βόλτα στην περιοχή. Συζητήσεις περί σχετικών κι άσχετων, περί σημαντικών κι ασήμαντων θεμάτων, ανταλλαγή απόψεων, αστεία, φλερτ κι όλα τα ωραία. Το γνωστό ραντεβού, που θα έχει το γνωστό τέλος και τη γνωστή αγωνία να επαναληφθεί. Και επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, οι συναντήσεις σας σάς φέρνουν και σε άλλα μέρη, όπου μοιράζεστε πια και δραστηριότητες και διασταυρώνεται τα γούστα σας. Βλέπετε ενδιάμεσα και τις καθιερωμένες ταινίες στο σπίτι, με τα παρελκόμενα. Συνηθισμένη εξέλιξη συναναστροφής ανθρώπων, η οποία οδεύει προς τη σχέση.

Ενώ ο ένας μπαίνει στην καθημερινότητα του άλλου, ο ενθουσιασμός δίνει και παίρνει κι αρχίζουν να αναπτύσσονται κάποια συναισθήματα, ίσως αναρωτηθεί κανείς ή και οι δύο πού πηγαίνει όλο αυτό, ή πως χαρακτηρίζεται, ή πώς χαρακτηρίζονται οι δημιουργοί όλου αυτού. Αν το συζητήσετε και καταλήξετε να απαντήσετε συγκεκριμένα στα ερωτήματα που άρχισαν να τίθενται, έχετε σχέση κι είστε ζευγάρι. Αντιθέτως, αν σε αυτά τα ερωτήματα η απάντηση είναι να δείτε πώς θα πάνε τα πράγματα ή να το αφήσετε ως έχει προς το παρόν, φαίνεται πως έχετε σχεδόν σχέση κι είστε σχεδόν ζευγάρι. Τι διαφορά όμως έχει στην ουσία του αυτό;

Ο συνηθέστερος λόγος που η ερωτική διασύνδεση δύο ανθρώπων γίνεται σχεδόν σχέση κι όχι σχέση, είναι ο φόβος του «στίγματος», της ταμπέλας. Που στην τελική δεν είναι και θέσφατο, όμως η απουσία της δίνει μια ανάσα ελευθερίας, πράγμα το οποίο οι σχέσεις σήμερα φαίνεται να αναζητούν όσο ποτέ. Όσο είναι και οι δυο on board όλα βαίνουν καλώς. Τα προβλήματα ξεκινούν απ’ τη στιγμή που δύο εραστές δεν έχουν την ίδια οπτική επί του θέματος, χωρίς όμως ποτέ να μιλούν γι’ αυτό δημιουργώντας ο καθένας τις δικές τους προσδοκίες.

Αν συγκεντρώσουμε νοητά το χρόνο που έχουν περάσει μαζί δύο άνθρωποι με ταμπέλα ή χωρίς, με αποκλειστικότητα ή όχι, θα αντιληφθούμε ότι είναι αρκετές οι όμορφες στιγμές, αν ο σκελετός της σχέσης έχει δομηθεί με ενδιαφέρον και θέληση του ενός για τον άλλο. Στην ουσία, αυτό που διαφέρει είναι το είδος της σχέσης κι όχι η ύπαρξη ή η μη ύπαρξή της. Υπάρχουν κάποια συναισθήματα, τα οποία δεν προέκυψαν απ’ το όνομα της συγκεκριμένης ανθρώπινης επαφής, αλλά απ’ την επαφή καθ’ αυτήν. Οπότε, πού ακριβώς κολλάμε;

Το παιχνίδι με τις λέξεις δεν είναι το ίδιο διασκεδαστικό με το παιχνίδι του έρωτα∙ στο πρώτο συχνά χάνουμε το νόημα, ενώ στο άλλο πολλές φορές το βρίσκουμε. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ταμπέλες μπορούν να μας βοηθήσουν στον κατατοπισμό μας. Όπως, ας πούμε, στα πολυκαταστήματα, που αν έγραφαν όλες οι ταμπέλες «πιπεριές», μπορεί να παίρναμε τις καυτερές και να καιγόμασταν. Θέλουμε να έχουμε επίγνωση και δυνατότητες επιλογής, αλλά έχει ένα ενδιαφέρον να παίρνουμε κι ένα ρίσκο πού και πού. Κι ας καούμε και λίγο, έχει κι αυτό το ενδιαφέρον του.

 

Συντάκτης: Ελένη Βαλαβάνη
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου