Ένα από τα πιο ωραία δώρα που μπορείς να κάνεις σε ένα παιδί —οποιασδήποτε ηλικίας— είναι ένα όμορφο, γεμάτο χρώματα, μεγάλο ποδήλατο.
Το ποδήλατο ήταν πάντα και παραμένει —παρά τη σύγχρονη ψηφιοποίηση των παιχνιδιών— ακόμη και σήμερα ένα παιχνίδι, το οποίο χάριζε στα παιδιά τεράστια πλατιά χαμόγελα. Με ένα ποδήλατο τα παιδιά μαθαίνουν να ισορροπούν. Να γελούν. Να τρέχουν. Να κοιτούν μπροστά. Να κάνουν πετάλι. Να πατούν φρένο όταν χρειάζεται. Με ένα ποδήλατο τα παιδιά μαθαίνουν να εμπιστεύονται τον εαυτό τους. Αν τα δεις —μικρά παιδάκια σαν είναι— καβαλούν ένα ποδήλατο και χάνονται αμέσως από το βλέμμα των γονιών τους. Δεν τα νοιάζει πού είναι η μαμά ή ο μπαμπάς. Πόσο μακριά έχουν φτάσει κάνοντας πετάλι. Οδηγούν το ποδήλατό τους καμαρωτά, σαν να είναι ενήλικες που οδηγούν προς το σπίτι μια Παρασκευή απόγευμα. Χτυπάνε το κουδουνάκι τους συνεχώς για να δώσουν σήμα στην περιοχή ότι βγήκαν για σεργιάνι.
Βλέπεις αυτά τα μικρά παιδάκια να κάνουν ποδήλατο και φουσκώνεις από ευτυχία. Νιώθεις πως γεννήθηκαν πάνω στο ποδήλατο, πως αυτή τους η «οδηγική» ικανότητα είναι έμφυτη. Όμως, κανένα παιδί δεν ήρθε σε αυτόν τον κόσμο γνωρίζοντας ισορροπία. Κανένα παιδί δεν έμαθε ποδήλατο σε δέκα λεπτά. Κανένα παιδί δεν έμαθε ποδήλατο μόνο του. Πάντα —πίσω από κάθε παιδί— υπήρχε ένα χέρι που κρατούσε τη σέλα από πίσω. Πάντα υπήρχε κάποιος που έτρεχε δίπλα από το παιδί, ενώ εκείνο προσπαθούσε να συντονίσει χέρια, πόδια και τιμόνι. Κάποιος που φώναζε σε τέτοιον τρυφερό και γλυκό τόνο: «Μπορείς», «Κοίτα μπροστά», «Πιο σιγά», «Κράτα το τιμόνι».
Κάποιος που κάποια στιγμή μας είπε: «Μη φοβάσαι. Σε κρατάω». Και μας έκανε να τον πιστέψουμε. Κι ας μη μας κρατούσε. Τον πιστέψαμε, γιατί ήμασταν παιδιά, πράγμα που εξ ορισμού σημαίνει πως, κόντρα σε όποιον φόβο, άγχος ή ανησυχία μας, επιλέξαμε την ελπίδα. Ελπίζαμε πως έτσι —σιγά σιγά— κάνοντας βόλτα πάνω στο δίκυκλο όχημά μας, θα κατακτήσουμε τον κόσμο.
Και κάπου εκεί που πιστεύαμε πως κάποιος μας κρατάει και δεν πρόκειται να φάμε τα μούτρα μας, γυρίσαμε το μικρό μας κεφαλάκι με τα μεγάλα κοκκινωπά μας μάγουλα και είδαμε τον άνθρωπο που —υποτίθεται πως— μας κρατούσε να στέκει αγέρωχος τρία μέτρα πιο πίσω μας και να τρελαίνεται από τη χαρά του.
«Τι έγινε τώρα; Γιατί χαίρεται; Εμένα ποιος με κρατάει;» αναρωτιέσαι και σε κλάσματα του δευτερολέπτου συνειδητοποιείς πως —χωρίς καν να το καταλάβεις— έμαθες να κάνεις ποδήλατο. Μόνος σου. Χωρίς βοηθητικές. Χωρίς να σε κρατάει ο μπαμπάς ή η μαμά. Χωρίς να τσουλάς τα πόδια. Έμαθες να ισορροπείς.
Έμαθες να ισορροπείς και σταμάτησες να φοβάσαι. Ξαφνικά, και ενώ πριν έτρεμες στη σκέψη πως ο μπαμπάς θα σε αφήσει, δε φοβάσαι. Δε φοβάσαι μήπως πέσεις και χτυπήσεις τα γόνατα ή τις παλάμες σου. Δε φοβάσαι, γιατί πριν λίγο κάποιος σε έμαθε πως μπορείς. Σε έμαθε πως, ακόμα και αν εσύ δειλιάζεις ή αγχώνεσαι, το σώμα σου ξέρει να κρατά ισορροπία. Πως τα πόδια σου ξέρουν να κάνουν πετάλι. Να στρίβουν το τιμόνι. Να συντονίζονται χέρια, πόδια, μυαλό. Σε έμαθε πως μπορείς να προχωράς ακόμη και αν κανένα χέρι δεν βρίσκεται πάνω στη σέλα.
Και τότε έκανες πετάλι λίγο πιο γρήγορα. Και πιο γρήγορα. Και γελούσες. Και αισθανόσουν μία μικρή υπόκωφη περηφάνια. Αυτό ήταν. Έκτοτε, από εκείνο το πρωινό και μετά, δεν ξέχασες ποτέ να κάνεις ποδήλατο. Έτσι, λοιπόν, κάπου εκεί στα 5 σου, έμαθες πως δεν χρειάζεται να ξέρεις από την αρχή πώς γίνεται κάτι. Το μόνο που χρειάζεται είναι κάποιος να πιστέψει σε ’σένα μέχρι να πιστέψεις και ’συ στον εαυτό σου.
Χρειάζεσαι έναν άνθρωπο που έχει την υπομονή και τη διάθεση να σου δείξει πώς κάνουμε ποδήλατο. Έναν άνθρωπο να σου μάθει τι είναι η ρόδα, το τιμόνι, η σέλα, το μικρό κουδουνάκι —χωρίς να θεωρήσει ότι αυτά είναι δεδομένα. Χρειάζεσαι έναν άνθρωπο που θα ακούσει με κατανόηση και αγάπη όλους σου τους φόβους: ότι θα πέσεις, θα βγάλεις αίμα, θα χτυπήσεις, θα γρατζουνιστείς. Έναν άνθρωπο που θα σου πει —και θα σε κάνει να το πιστέψεις, γιατί θα το εννοεί— ότι «δεν πειράζει, άμα πέσεις, εγώ θα είμαι εδώ».
Χρειάζεσαι έναν άνθρωπο που, αν όντως πέσεις, δεν θα σου φωνάξει. Δεν θα σου πει «Σου έλεγα να μην τρέχεις, καλά να πάθεις», αλλά θα τρέξει δίπλα σου, θα σε σηκώσει, θα καθαρίσει την πληγή και ύστερα θα ανοίξει την αγκαλιά του να χωθείς μέχρι ο πόνος να γλυκάνει και το τραύμα να επουλωθεί. Χρειάζεσαι έναν άνθρωπο να σου πει: «Μπορείς. Το ’χεις. Πιστεύω σε ’σένα». Κάποιον που να δημιουργήσει τις κατάλληλες εκείνες συνθήκες, ώστε να ισορροπήσεις, να ανθίσεις, να πετάξεις. Γιατί, μόλις ο άνθρωπος αυτός καταφέρει να μας πείσει πως μπορούμε και πως δεν κινδυνεύουμε, διότι εκείνος είναι από πίσω μας και θα μας πιάσει, κάνουμε θαύματα.
Όχι απλά ισορροπούμε —σωματικά και συναισθηματικά—, αλλά μαθαίνουμε να κάνουμε ορθοπεταλιές, πιο γρήγορο πετάλι, να κάνουμε ποδήλατο δίχως τα χέρια μας να ακουμπούν στο τιμόνι. Πατάμε στο έδαφος και εξυψωνόμαστε στον ουρανό. Κάνουμε τις μεγαλύτερες ποδηλατάδες της ζωής μας. Κατεβαίνουμε από το ποδήλατο μόνο για να κοιμηθούμε. Πέφτουμε από το ποδήλατο —γιατί δοκιμάζαμε τα άκρα των ορίων μας— και δεν τα παρατάμε. Δεν τα παρατάμε, διότι κάποιος μας έμαθε πως, αν πέσουμε, μπορούμε και να ξανασηκωθούμε.
Αυτό τελικά μπορεί και να είναι το πιο σπουδαίο μάθημα που μας χαρίζουν αυτές οι δύο ρόδες. Ότι τελικά δεν ήταν το χέρι του μπαμπά που μας έμαθε να ισορροπούμε, αλλά η πίστη του σε ’μας. Το βλέμμα του. Γιατί υπάρχουν βλέμματα που σε κάνουν να μικραίνεις. Βλέμματα που σε κάνουν να φοβάσαι το λάθος πριν ακόμη το κάνεις. Που σε κάνουν να κοιτάς πίσω πριν καλά καλά δεις μπροστά. Το βλέμμα που έχει απογοήτευση μαυρίζει καθετί που αντικρύζει, ενώ το βλέμμα που γνωρίζει να αγαπά αγκαλιάζει με την ομορφιά του το καθετί και περικλείει με τον μανδύα της εμπιστοσύνης κάθε φόβο μας. Είναι εκείνο το βλέμμα —θα το έχετε σίγουρα δει— που σε κάνει να μεγαλώνεις. Δεν τρομάζει όταν απομακρύνεσαι. Δεν σκοτεινιάζει μόλις πέσεις και γδάρεις το γόνατό σου.
Όταν οι άνθρωποι σε κοιτούν με αυτό το βλέμμα, μόνο μπροστά μπορείς να πας. Μόνο να ισορροπήσεις μπορείς. Να πιστέψεις στον εαυτό σου, να ανοίξεις τα φτερά σου και να πετάξεις. Και τότε… ποιος σε πιάνει…
Τα χρειαζόμαστε αυτά τα βλέμματα. Τους χρειαζόμαστε αυτούς τους ανθρώπους. Χρειαζόμαστε ανθρώπους να μας μαθαίνουν ισορροπία. Γιατί ποτέ κανείς δεν έμαθε μόνος του ποδήλατο. Πάντα υπήρχε κάποιος πίσω του…
Εσένα, ποιος σου έμαθε να κάνεις ποδήλατο;
