Μπαμπάς. Μία λέξη που σου ξυπνά άπειρα συναισθήματα. Την ξεστομίζεις και ξεπηδά η αγάπη, η ασφάλεια, η προστασία, το νοιάξιμο, η κατανόηση, η στήριξη, η φροντίδα, η ηρεμία, η ανιδιοτέλεια και μια πεποίθηση -ίσως λίγο απατηλή- πως το «για πάντα» εδώ έχει διάρκεια μια ολόκληρη ζωή. Όλα τα χωράει αυτή η λέξη κι όλα τα περικλείει. Όλα αυτά αναπτύσσονται μέσα της χωρίς κανένα από αυτά να στριμώχνεται ή να περισσεύει. Για αυτό άλλωστε η ίδια η λέξη μας θυμίζει και αγκαλιά, γιατί χωράει τόσα. Η αγκαλιά που τρυπώνεις μέσα της και εκπέμπει τόση ζεστασιά που σε κάνει να αισθάνεσαι πάλι ένα μικρό, αθώο και απόλυτα προστατευμένο παιδί. Βάλσαμο σε κάθε άγχος, πόνο και ανησυχία. Μια πράξη βουβή που που όμως αντηχεί εκκωφαντικά το «εγώ είμαι εδώ» και προσφέρει ανακούφιση. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, η αγκαλιά του είναι απ’ όλες η πιο ξεχωριστή.

Μπα-μπά είπες πρώτα κι εσύ κι εγώ. Δύο συλλαβές που φτιάχνουν μία λέξη που από τότε που έμαθες, φωνάζεις πάντα στα δύσκολα. Όταν όχι απλά θες, μα χρειάζεσαι να είσαι σίγουρος για κάτι.

Όμως για να γίνει κάποιος μπαμπάς, πραγματικός μπαμπάς, δεν αρκεί η διπλή επανάληψη μιας απλής συλλαβής. Για να γίνει κάποιος μπαμπάς χρειάζεται ψυχή, καρδιά και παρουσία. Χρειάζονται άπλετα παιχνίδια κάθε είδους, από επιτραπέζια κι ομαδικά, μέχρι χαρτιά, σκάκι και τάβλι. Χρειάζεται και γέλιο, πολύ γέλιο. Χρειάζονται γαργαλητά στο κρεβάτι, χρειάζονται κυριακάτικα πρωινά. Ακόμα και τιμωρίες χρειάζονται για να σου δείξουν πως υπάρχει ένας άνθρωπος που τον νοιάζει να είσαι στο σωστό δρόμο. Κι ας είναι απλά ο δικός του σωστός δρόμος, δεν είναι έχει σημασία. Σημασία έχει πως προσπαθεί να σου περάσει με τον τρόπο του ένα κομμάτι δικό του για το καλό σου. Χρειάζονται και συζητήσεις, τσακωμοί, συμβουλές. Χρειάζεται ζύμωση για να μετατραπείς κι εσύ από ένα αμαθές παιδί σε ένα συνειδητοποιημένο ενήλικα κι εκείνος από έναν άντρα σε έναν μοναδικό μπαμπά. Μαζί αλλάζετε εσείς, μαζί αλλάξαμε κι εμείς…

Μέχρι που μια μέρα, ξαφνικά κι απροειδοποίητα, ο μπαμπάς γίνεται πατέρας. Αλλάζει κλίμακα, αναβαθμίζεται ίσως, μα δεν είναι πάντα για καλό μια τέτοια προαγωγή. Κι από εκεί που έλεγες μπαμπά εκείνο, μπαμπά το άλλο, τώρα η φράση μετατρέπεται σε ένα πιο βαθύ «α, βρε πατέρα». Βλέπεις, η συγκεκριμένη λέξη έχει άλλη διάσταση, έχει μια απόσταση όταν την προφέρεις. Δείχνει σεβασμό, δείχνει και θαυμασμό. Μα, μην ξεγελιέσαι, σε κανέναν μπαμπά δεν αρέσει να τον λένε έτσι τα παιδιά του. Προτιμούν τη λέξη τη δισύλλαβη, γιατί είναι άμεση και παιχνιδιάρικη, γιατί δηλώνει την οικειότητα και την τρυφερότητα που έχει η σχέση αυτή είτε το παιδί είναι πέντε, είτε σαράντα πέντε ετών. Και δε θα ήταν απίθανο αν εσύ τον έλεγες έτσι και σε άκουγε κάπως να στεναχωριόταν, να ένιωθε μακριά σου. Δε θα το ήθελες αυτό.

Ίσως μόνο όταν δεν είναι εδώ, αυτό το «μπαμπά» να μη βρίσκεις λόγο να το πεις, γιατί αυτή η λέξη δεν είναι απλή, έχει ουσία και συναίσθημα και όταν ειπωθεί απαιτεί αντίδραση κι αντίκρισμα. Ίσως τότε να επιλέγουμε να μιλάμε για «πατέρα», προσδίδοντας ένα κύρος λιγάκι πιο έντονο στις ιστορίες που αφηγούμαστε.

Κάποιοι λένε πως η αγάπη πονάει, εγώ όμως δε συμφωνώ κι έχω τη δική μου θεωρία, μου την έμαθε ο μπαμπάς μου κι είχε δίκιο. Πονάει η αγάπη μόνο όταν απελευθερώνεται στο σύμπαν και δεν μπορείς να την εκφράσεις στο πρόσωπο που σου τη γέννησε. Όταν η φωνή γίνεται χαλασμένο γρανάζι, όταν το χάδι καταλήγει γρατζουνιά. Με απλούστερα λόγια, δεν πονάει η αγάπη, πονάει η απουσία της.

Μια λέξη που εκφράζει οικειότητα και μια άλλη που, με τον τρόπο της, μιλάει για απόσταση. Ένας ρόλος που μετουσιώνεται μα ανάλογα με τη μορφή του τον προσφωνούμε αλλιώς. Γιατί τελικά αλλιώς είναι να τον φωνάζεις «πατέρα» κι αλλιώς «μπαμπά».

 

 

Σ’ αγαπώ ως τον ουρανό.

Συντάκτης: Κωνσταντίνα Ραυτοπούλου
Επιμέλεια κειμένου: Μαρία Ρουσσάκη