«Χάθηκες», είπες πνιχτά, σχεδόν ψιθυριστά μέσα απ’ τα δόντια σου. Με κοιτούσες χωρίς να τραβήξεις το βλέμμα σου από πάνω μου, επίμονα. Περίμενες να πω κάτι, να αντιδράσω κάπως και μέσα από αυτό να αντιληφθείς το πώς νιώθω τώρα πια για σένα, αν τρέφω ακόμα συναισθήματα για σένα.  Άλλωστε, πάνε πολλά χρόνια από τότε που ειδωθήκαμε ξανά, σωστά;

Πέντε χρόνια χωρίς να έχουμε επαφή. Ποιοι; Εμείς, που μαζί θα κάναμε πολλά ταξίδια, τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά, που μαζί θα γνωρίζαμε και θα αντιμετωπίζαμε κάθε νέα πρόκληση, που μαζί θα κατακτούσαμε τον κόσμο όλο γιατί το μέγεθος της αγάπης μας ήταν πάντα μεγαλύτερο από οτιδήποτε άλλο. Πέντε χρόνια. Τι ειρωνεία!

Χαμένοι σε κόσμους τόσο διαφορετικούς και τόσο άγνωστους, ψάχναμε κι οι δύο επαφή για ένα κοινό σημάδι. Ένα σημάδι να μας κατατοπίσει. Να μας δείξει αν ανήκουμε εκεί ή εδώ, μαζί. Ή μήπως τον πληθυντικό να τον κάνω ενικό;

Πέντε χρόνια. Κι έπειτα από αυτά τα πέντε χρόνια συναντηθήκαμε ξανά. Στο μέρος όπου πρωτογνωριστήκαμε και στο μέρος όπου αποχαιρέτησε ο ένας τον άλλον για τελευταία φορά. Σε ένα μέρος-μάρτυρα σε κάθε ανάμνηση που μας ενώνει. Ένα μέρος το οποίο παρακολούθησε οποιαδήποτε σκηνή: ζήλιας, θυμού, χωρισμού, θλίψης, έρωτα. Ναι, σωστά κατάλαβες, παίζαμε σε ένα έργο στο οποίο πρωταγωνιστές ήμασταν εμείς κι είχαμε μόνο ένα θεατή: το σιντριβάνι της μεγάλης πλατείας, το μέρος μας.

Εσύ, βέβαια, έγραφες το σενάριο, κι εγώ ακολουθούσα κατά γράμμα τις οδηγίες. Σαν μαριονέτα. Αδυνατούσα να εκφράσω άποψη. Όχι γιατί δεν μπορούσα, αλλά γιατί δεν ήθελα. Συμβιβασμός; Μιζέρια; Κατάντια; Πες το όπως θες.

Εγκλωβισμένη σε αυτή την τέλεια καμουφλαρισμένη ζωή, απέφευγα κάθε επαφή με τα πραγματικά μου συναισθήματα. Και, κυρίως, απέφευγα κάθε επαφή με τον πραγματικό εαυτό μου. Και το περίεργο; Δεν κουραζόμουν ποτέ. Εσύ απ’ την άλλη, φαίνεται κουράστηκες να παίρνεις τόσες πρωτοβουλίες. Βαρέθηκες. Άφησες το σενάριο έρμαιο στα χέρια της μοίρας. Δεν είχες άλλη έμπνευση φαίνεται κι έψαξες για άλλη μούσα. Εγώ δεν έκανα πια.

Απογοητεύτηκα. Όχι τόσο με σένα, αλλά με μένα. Γιατί όταν σήκωσα το κεφάλι για πρώτη φορά και προσπάθησα να αντιμετωπίσω μόνη τον κόσμο, χωρίς να με κρατάει κάποιος απ’ το χέρι, συνειδητοποίησα το πόσο χαμηλά έχω πέσει. Η σκηνή γελοία κι η γεύση που άφησε στα χείλη πικρή.

Μάζεψα όση αξιοπρέπεια μου είχε μείνει κι έφυγα. Νέα σου δεν είχα από τότε. Έκοψα κάθε επαφή με κοινούς φίλους και γνωστούς.  Μόνο τη μητέρα σου συνάντησα, δύο χρόνια μετά σε μία εκδήλωση. Γιατί ναι, πέρα από αποτυχημένη μούσα είμαι και λίγο-πολύ γκαντέμω, ξέχασες;

Μου είπε πως αρραβωνιάστηκες και ξέρεις, όντως δεν ένιωσα τίποτα. Ακόμα και η πικρή γεύση στα χείλη μου δεν ήταν τόσο πικρή πια. Ίσως να βρήκες τη θέση που ανήκεις. Ίσως πάλι, όλα να ήταν ευκολότερα αν μου έλεγες εξαρχής πως αυτή η θέση δεν ήταν στο πλάι μου όπως πίστευα, όπως χρειαζόμουν τότε.

Ευχήθηκα κάθε ευτυχία και συνέχισα το δρόμο που είχα προγραμματίσει. Όχι, όχι εκείνον που είχαμε σχεδιάσει μαζί, αλλά τον δικό μου. Δεν είχα διάθεση να κατακτήσω κανένα κόσμο πλέον. Το σενάριο το πήρα στα χέρια μου κι έκανα κάποιες διορθώσεις στις μελλοντικές σκηνές. Η μοίρα βλέπεις δεν κάνει τόσο καλή δουλειά μόνη της, πρέπει να της κάνεις κάποιες υποδείξεις.

Έφτιαξα το δικό μου σενάριο και συνέχισα μόνη, έχοντας στόχους κι όνειρα να περιμένουν την πραγματοποίησή τους. Και δεν είχα σκοπό να απογοητεύσω κανέναν, πόσο μάλλον τον εαυτό μου.

Έτεινες το χέρι σου προς το πρόσωπό μου και πήρες αγκαλιά με την παλάμη σου το μάγουλό μου. Γεύτηκα ξανά εκείνη την πικρή γεύση. Ένιωσα τα μάτια μου να καίνε έπειτα από πολύ καιρό, και μου ήταν σχεδόν αδύνατον να αρθρώσω λέξη, πόσο μάλλον να πιάσω συζήτηση μαζί σου. Μου πήρε λίγη ώρα να συνέλθω και να καταφέρω να κατατοπίσω την θέση μου.

«Χάθηκα», σου απάντησα και γύρισα να φύγω.

 

Επιμέλεια Κειμένου Μαρίας Διακουράκη: Πωλίνα Πανέρη

Συντάκτης: Μαρία Διακουράκη