Υπάρχουν άνθρωποι
που έφυγαν από τους ανθρώπους
χωρίς να τους μισήσουν.

Έκλεισαν μια πόρτα
και δεν περίμεναν
να χτυπήσει κανείς.

Στην αρχή τους φάνηκε παράξενο.
Οι Κυριακές ήταν μεγαλύτερες,
τα βράδια είχαν περισσότερο χώρο,
και η σιωπή ακουγόταν σχεδόν σαν θόρυβος.

Ύστερα συνήθισαν.

Έμαθαν να τρώνε μόνοι,
να ταξιδεύουν μόνοι,
να γυρίζουν σε ένα σπίτι
όπου κανείς δε ρωτούσε
πού είχαν πάει.

Και κάποτε κατάλαβαν
πως δεν τους έλειπαν οι άνθρωποι.

Τους έλειπε μονάχα
η ιδέα πως έπρεπε
να τους χρειάζονται.

Έτσι πέρασαν τα χρόνια.

Κάποιοι τους είπαν δύσκολους.
Άλλοι, περήφανους.
Κάποιοι τους λυπήθηκαν.

Εκείνοι χαμογελούσαν.

Γιατί ήξεραν κάτι
που οι πολλοί αργούν να μάθουν:
Πως υπάρχει και μια μοναξιά
που δε σου επιβάλλεται.
Τη διαλέγεις.

Και τότε
δεν είναι φυλακή.

Είναι ένα δωμάτιο
με το παράθυρο ανοιχτό
και κανέναν μέσα
να σου ζητά
να γίνεις κάποιος άλλος.

Συντάκτης: Στάθης Αναστασίου