Λένε πως όλα είναι στο μυαλό, όλα είναι μια ιδέα, μια απόφαση του εγκεφάλου. Αν, όμως, προσπαθήσεις να βγάλεις κάποιον απ’ τη ζωή σου, τότε αντιλαμβάνεσαι ότι ο πόνος αρχίζει απ’ το στέρνο. Από την καρδιά. Από εκεί όπου έχουν φωλιάσει όλα όσα δε μπορούμε να ξεχάσουμε. Εκεί που βρίσκεσαι κι εσύ κι όσο κι αν το παλεύω, δεν μπορώ εύκολα να σε διώξω.

Και το αποφάσισα, ξέρεις. Όταν κοίταξα για χιλιοστή φορά το τηλέφωνό μου, ελπίζοντας πως θα δω γραμμένες σ’ αυτό δυο λέξεις από σένα. Δυο λέξεις, όχι περισσότερες. Όσες χρειάζονται για να πειστώ πως κάτι σήμαινα για σένα. Κάτι που δε το διώχνεις εύκολα με το μυαλό, δαμάζοντας λίγες σκέψεις.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ήταν που ευχήθηκα όσο πιο δυνατά μπορούσα πως θέλω να πάψεις να μου είσαι σημαντικός. Να μη σημαίνεις τίποτα για μένα. Να μη χρειαστεί να γνωρίσω ποτέ κανέναν που να έχει τ’ όνομά σου και να πρέπει να τον φωνάξω μ’ αυτό. Να πάψει να με ταράζει ακόμη και το τρίχρονο αγοράκι της απέναντι πολυκατοικίας κάθε φορά που κάνει αταξίες και η μητέρα του φωνάζει τ’ όνομά σου. Αυτό που δε σήμαινε τίποτα σε μένα. Μέχρι να έρθεις εσύ στη ζωή μου.

Θέλω να σ’ αφήσω εκεί ακριβώς που διάλεξες να είσαι. Να μη σκέφτομαι καν πού βρίσκεσαι κάθε φορά. Να σβηστεί κάθε ίχνος που άφησε η αύρα σου πάνω μου από τη μέρα που σε γνώρισα. Κι αν ήταν δυνατό, κι η μέρα εκείνη να σβηνόταν, επίσης, από τον «σκληρό δίσκο» του μυαλού μου. Θα ήταν όλα πιο εύκολα για μένα αν δεν υπήρχε εκείνη η μέρα.

Δε θα μ’ εντυπωσίαζες, δε θα ένιωθα τόσο οικεία και το χαμόγελό σου δε θα ξυπνούσε άλλα τόσα δικά μου ως ανταπόδοση. Δε θα με είχαν κατακτήσει οι ατάκες σου και δε θα μου έμεναν αξέχαστες όλες οι υπόλοιπες βραδιές που πέρασα μαζί σου. Εκείνες, που κάθε σου άγγιγμα σ’ έφερνε όλο και πιο κοντά σ’ εκείνο το «κόκκινο δωμάτιο» πλάι στο στέρνο μου. Εκείνο το δωμάτιο που πια δεν θα είναι γεμάτο από έρωτα, χαρά και γέλιο. Αλλά από πόνο μόνο. Πόνο που πρέπει με κάθε τρόπο να σταματήσει να υπάρχει. Όπως δεν υπάρχεις κι εσύ.

Έφυγες και το μόνο που έμεινε πίσω να σε θυμίζει είναι η μυρωδιά σου στα σεντόνια μου. Όσες φορές κι αν πλύθηκαν, η μυρωδιά σου παρέμεινε εκεί να με βασανιζει. Όπως και κάθε όμορφη σκέψη που μοιράστηκες μαζί μου όταν μ’ είχες αγκαλιά. Στα ίδια αυτά σεντόνια. Αποφάσισα, όμως, πως όλ’ αυτά θα πάψουν να σημαίνουν κάτι για μένα.

Δε θέλω να εξαρτώμαι από τίποτα δικό σου. Έρχεται δύσκολος χειμώνας, δε θέλω τίποτα απ’ τα καλοκαίρια που έφερνες όταν ήμασταν μαζί. Το αεράκι που έβγαινε απ’ τα χαμόγελά σου, τον ήλιο που ανέτειλε όταν μιλούσες. Θα ξυπνήσω ένα πρωί και θα τα έχω καταφέρει, θα δεις. Ποτέ ό,τι προσπάθησα πολύ δε μου γύρισε την πλάτη. Ποτέ ό,τι ευχήθηκα με τέτοια δύναμη δε με απογοήτευσε. Πάντα κατάφερνα εκείνο για το οποίο πάλευα και πάντα αυτό ερχόταν το ίδιο να μου παραδοθεί. Μόνο και μόνο γιατί το πάλεψα.

Έτσι ακριβώς θα ξυπνήσω ένα πρωί και δε θα σημαίνεις τίποτα για μένα. Θα καλημερίσω τον κόσμο στον οποίο δε θα βρίσκεσαι πια. Κι η δύναμή μου θ’ αγκαλιάσει τη ζωή από την οποία θα λείπεις. Ακόμη κι εσύ ο ίδιος θ’ αναρωτηθείς πώς κατάφερα με τέτοια επιτυχία να μην υπάρχεις πουθενά και σε τίποτα. Ακόμη και σένα θα εκπλήξω που δε θα υπάρχεις πουθενά στο μελλοντικό μου αυτό τοπίο. Εξάλλου δε μας έβλεπες ποτέ ούτε εσύ μαζί εκεί.

Δε θα σημαίνεις πια τίποτα για μένα και θα το καταλάβεις. Θα το καταλάβεις από τη σύγκριση. Από το πώς ήταν ο κόσμος σου τότε που σήμαινες πολλά για μένα. Τότε που εγώ δε σήμαινα τίποτα. Θα τα έχω καταφέρει τόσο καλά και τόσο μόνη μου. Θα το φωνάζω δυνατά με υπερηφάνεια πως τα κατάφερα κι έπαψες να σημαίνεις οτιδήποτε.

Πρόσεξες πόσες φορές σου έχω γράψει πως «δε θέλω να σημαίνεις τίποτα για μένα»; Το αφήνω εδώ γραμμένο για να μου υπενθυμίζει τη μεγάλη αυτή δέσμευση ως προς τον εαυτό μου. Γιατί με τρομάζει λίγο το πόσο πολύ δουλειά θέλει όλο αυτό για να φύγει ο πόνος από το μέρος της καρδιάς. Εκεί που βρίσκεσαι αυτή τη στιγμή κι ακόμη, ρε γαμώτο, σημαίνεις τόσα πολλά για μένα.

 

 

Επιμέλεια κειμένου Μαριάμ Πολυγένη: Ελευθερία Παπασάββα.

Συντάκτης: Μαριάμ Πολυγένη