Η 20ή Ιουλίου έχει καθιερωθεί ως Παγκόσμια Ημέρα Σελήνης, με αφορμή την πρώτη προσελήνωση του ανθρώπου το 1969. Είναι μια ημέρα αφιερωμένη στην εξερεύνηση του διαστήματος και στο μεγάλο εκείνο βήμα της ανθρωπότητας. Παράλληλα, όμως, αποτελεί μια όμορφη αφορμή να θυμηθούμε όλα όσα συμβολίζει το φεγγάρι μέσα μας: τον έρωτα, τη νοσταλγία, την προσμονή και τα όνειρα που μοιάζουν μακρινά, αλλά ίσως δεν είναι αδύνατο να πραγματοποιηθούν.
Υπάρχουν βράδια που μοιάζουν να έχουν γραφτεί από πριν, σαν παλιό τραγούδι. Βράδια καλοκαιρινά, με τον αέρα να μυρίζει θάλασσα και γιασεμί, με τα φώτα της πόλης να χαμηλώνουν και το φεγγάρι να ανεβαίνει αργά στον ουρανό. Κι εκεί, κάτω από το ασημένιο φως του, δύο άνθρωποι περπατούν λίγο πιο κοντά ο ένας στον άλλον. Οι φωνές γίνονται πιο χαμηλές, τα βλέμματα κρατούν περισσότερο και οι σιωπές παύουν να είναι αμήχανες. Γιατί κάτω από το φεγγάρι ακόμη και η σιωπή αποκτά τη δική της μελωδία.
Δεν είναι τυχαίο που η σελήνη έγινε σύμβολο του έρωτα, της προσμονής και της νοσταλγίας. Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, οι άνθρωποι σήκωναν το βλέμμα προς το ίδιο φωτεινό σώμα για να του εμπιστευτούν όσα δεν μπορούσαν να πουν δυνατά. Έρωτες που γεννήθηκαν, αγαπημένοι που χωρίστηκαν, άνθρωποι που περίμεναν μια επιστροφή και άλλοι που αναζητούσαν στον ουρανό ένα σημάδι πως κάπου, μακριά, κάποιος τους σκέφτεται.
Το φως του φεγγαριού δεν μοιάζει με κανένα άλλο. Δεν είναι δυνατό και αποκαλυπτικό όπως το φως της ημέρας. Είναι απαλό, διακριτικό, σχεδόν συνωμοτικό. Δεν φανερώνει τα πάντα, μα αφήνει χώρο στη φαντασία. Κρύβει τις μικρές ατέλειες, γλυκαίνει τα πρόσωπα και κάνει τον κόσμο να μοιάζει για λίγο πιο όμορφος. Κάτω από αυτό, ένα συνηθισμένο παγκάκι μπορεί να γίνει τόπος εξομολόγησης, μια απλή παραλία να μεταμορφωθεί στο πιο ρομαντικό σκηνικό και μια βόλτα χωρίς προορισμό να μείνει αξέχαστη για ολόκληρη ζωή.
Ίσως γι’ αυτό και τόσα τραγούδια αναζήτησαν στο φεγγάρι τις λέξεις που έλειπαν από τους ανθρώπους. «Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι»… Μια τόσο απλή πρόσκληση και, συγχρόνως, μια ολόκληρη υπόσχεση. Να αφήσουμε πίσω μας για λίγο την πραγματικότητα, τις σκοτούρες και τον θόρυβο. Να περπατήσουμε εκεί όπου δεν μας φτάνει τίποτε άλλο παρά μόνο η μουσική, η νύχτα και το χέρι του ανθρώπου που επιλέξαμε να έχουμε δίπλα μας.
Κι άλλοτε το φεγγάρι γίνεται εύθραυστο, σχεδόν ψεύτικο, όπως στο «Χάρτινο το φεγγαράκι», το διαχρονικό τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι και του Νίκου Γκάτσου, που σφράγισε με τη φωνή της η Μελίνα Μερκούρη. Γιατί κάπως έτσι είναι και ο έρωτας: ένας μικρός, ολόκληρος κόσμος που χτίζουν δύο άνθρωποι από όνειρα, υποσχέσεις και βλέμματα. Ένας κόσμος όμορφος, μα τόσο ευαίσθητος, που μπορεί να ραγίσει από μια λέξη ή να χαθεί μέσα σε μια σιωπή. Κι όμως, ακόμη κι όταν ξέρουμε πως το φεγγάρι μπορεί να είναι χάρτινο και η ακρογιαλιά ψεύτικη, επιλέγουμε να πιστεύουμε στη λάμψη τους. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που, όταν στέκονται δίπλα μας, κάνουν ακόμη και το ψεύτικο να μοιάζει αληθινό και μια απλή νύχτα να γίνεται ανάμνηση που κουβαλάμε μέσα μας για πάντα.. Γιατί έτσι είναι συχνά και ο έρωτας: ένας κόσμος που χτίζεται από δύο ανθρώπους, όμορφος αλλά ευαίσθητος, έτοιμος να παρασυρθεί από τον πρώτο δυνατό άνεμο. Κι όμως, ακόμη κι αν είναι «χάρτινο το φεγγαράκι», εμείς επιμένουμε να πιστεύουμε στο φως του. Όπως επιμένουμε να πιστεύουμε στην αγάπη, ακόμη κι όταν γνωρίζουμε πόσο εύκολα μπορεί να πληγωθεί.
Άλλοτε πάλι, «το φεγγάρι κάνει βόλτα» και μοιάζει να περνά πάνω από σπίτια, λιμάνια και μοναχικούς δρόμους, κουβαλώντας τις σκέψεις εκείνων που έμειναν ξύπνιοι. Γιατί τη νύχτα όλα όσα καταφέρνουμε να κρύψουμε μέσα στην ημέρα επιστρέφουν. Ένα πρόσωπο που μας λείπει, ένα άγγιγμα που θυμόμαστε, μια κουβέντα που δεν ειπώθηκε ποτέ. Τότε το φεγγάρι γίνεται η πιο σιωπηλή μας συντροφιά. Δεν μας ρωτά, δεν μας κρίνει· απλώς μένει εκεί και φωτίζει όλα εκείνα που η καρδιά δεν θέλει —ή δεν μπορεί— να ξεχάσει.
Ένα ραντεβού κάτω από το φεγγάρι δεν χρειάζεται πολυτέλεια. Δεν χρειάζεται ακριβό εστιατόριο, εντυπωσιακά δώρα ή περίπλοκες προετοιμασίες. Μπορεί να είναι δύο καφέδες στο χέρι, μια βόλτα δίπλα στη θάλασσα, ένα τραγούδι από το κινητό και μια ζακέτα μοιρασμένη όταν φυσήξει. Μπορεί να είναι δύο άνθρωποι που σταματούν για λίγο να κοιτάζουν την ώρα και αρχίζουν να κοιτάζουν ο ένας τον άλλον. Εκεί βρίσκεται ο πραγματικός ρομαντισμός: όχι στο σκηνικό, αλλά στην αίσθηση ότι, για λίγες στιγμές, ο κόσμος χωρά μόνο δύο. Και ίσως, πολλά χρόνια αργότερα, να μη θυμόμαστε τι φορούσαμε, ποιο τραγούδι ακουγόταν ή τι ακριβώς είπαμε. Θα θυμόμαστε, όμως, εκείνη την αίσθηση. Τη ζεστασιά ενός χεριού μέσα στο δικό μας, ένα βλέμμα που μας έκανε να χαμηλώσουμε τα μάτια και μια στιγμή κατά την οποία ευχηθήκαμε να μπορούσε ο χρόνος να σταματήσει. Γιατί οι πιο δυνατές αναμνήσεις δεν κρατούν πάντοτε εικόνες και λέξεις. Κρατούν συναισθήματα.
Η σελήνη έχει ακόμη ένα παράξενο χάρισμα: μας κάνει όλους να κοιτάζουμε προς την ίδια κατεύθυνση. Δύο άνθρωποι που βρίσκονται μακριά μπορούν να αντικρίσουν το ίδιο φεγγάρι και να νιώσουν λίγο πιο κοντά. Ίσως γι’ αυτό οι ξενιτεμένοι, οι ναυτικοί, οι ερωτευμένοι και όσοι περιμένουν το έχουν πάντα για παρηγοριά. Η απόσταση δεν εξαφανίζεται, αλλά γίνεται κάπως πιο υποφερτή όταν γνωρίζεις πως το ίδιο φως αγγίζει και το πρόσωπο που σου λείπει.
Με αφορμή, λοιπόν, την Παγκόσμια Ημέρα Σελήνης, ας σηκώσουμε για λίγο τα μάτια από τις οθόνες και ας κοιτάξουμε τον ουρανό. Ας καλέσουμε κάποιον σε μια απλή βραδινή βόλτα κι ας αφήσουμε το φεγγάρι να κάνει όσα ξέρει καλύτερα: να μαλακώσει τη νύχτα, να φωτίσει τις σιωπές και να φέρει δύο καρδιές λίγο πιο κοντά.
Γιατί κάποια ραντεβού δεν τελειώνουν όταν οι άνθρωποι αποχαιρετιούνται. Μένουν μέσα μας σαν παλιό αγαπημένο τραγούδι, που επιστρέφει κάθε φορά που γεμίζει το φεγγάρι. Και τότε θυμόμαστε ξανά εκείνη τη βόλτα, εκείνο το βλέμμα, εκείνο το χέρι που άγγιξε διστακτικά το δικό μας — και μια νύχτα που, χωρίς να το ξέρουμε, έγινε ανάμνηση για πάντα.
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη
