Τα τελευταία βράδια του Αυγούστου κουβαλούν όλους τους αποχαιρετισμούς του καλοκαιριού. Και ίσως γι’ αυτό έχουν μια θλίψη που δεν εξηγείται εύκολα. Η θάλασσα είναι ακόμη ζεστή, τα τζιτζίκια επιμένουν, οι αυλές παραμένουν φωτισμένες. Κι όμως, κάτι έχει ήδη αλλάξει. Το σκοτάδι έρχεται λίγο νωρίτερα, ο αέρας μυρίζει αναχώρηση και οι νύχτες μοιάζουν να γνωρίζουν αυτό που εμείς δεν θέλουμε ακόμη να παραδεχτούμε: πως τίποτα δεν κρατά για πάντα.
Το πιο δύσκολο είναι ότι κανείς δεν μας προειδοποιεί για την τελευταία φορά. Δεν γνωρίζουμε ποιο θα είναι το τελευταίο μπάνιο. Ποιο βράδυ θα είναι η τελευταία φορά που θα καθίσουμε όλοι μαζί γύρω από το ίδιο τραπέζι. Ποιο γέλιο θα μείνει τελευταίο να αιωρείται μέσα στην αυλή. Ποια αγκαλιά θα έπρεπε να κρατήσουμε λίγο περισσότερο. Ποιον άνθρωπο θα αποχαιρετήσουμε βιαστικά, πιστεύοντας πως θα τον ξαναδούμε σύντομα. Τις τελευταίες φορές τις αναγνωρίζουμε πάντοτε αργότερα, όταν έχουν ήδη γίνει αναμνήσεις.
Κάποτε ο Αύγουστος σήμαινε πως το καλοκαίρι δεν θα τελείωνε ποτέ. Τα απογεύματα ήταν ατελείωτα, τα γόνατά μας γεμάτα χώματα και αλάτι, οι πόρτες των σπιτιών ανοιχτές. Οι μεγάλοι κάθονταν στις αυλές κι εμείς αποκοιμιόμασταν ακούγοντας από μακριά τις φωνές τους. Οι γονείς μας ήταν νεότεροι, οι παππούδες μας ήταν ακόμη εκεί και κανείς δεν σκεφτόταν ότι μια μέρα θα νοσταλγούσαμε ακόμη και τον ήχο των πιάτων που μάζευαν από το τραπέζι. Τότε δεν γνωρίζαμε ότι ζούσαμε τις στιγμές που αργότερα θα παρακαλούσαμε να επιστρέψουν.
Μεγαλώνοντας, ο Αύγουστος έγινε πιο σύντομος. Οι άνθρωποι άρχισαν να έρχονται για λίγες μόνο ημέρες. Οι παρέες σκόρπισαν σε διαφορετικές πόλεις, σπίτια και ζωές. Κάποιοι έπαψαν να επιστρέφουν. Κάποιες φωνές σώπασαν. Κάποιες καρέκλες έμειναν άδειες στις αυλές. Και τα καλοκαίρια συνέχισαν να έρχονται, αλλά ποτέ δεν βρήκαν ξανά όλους τους ανθρώπους στη θέση τους. Ίσως τελικά να μη μας λείπει το καλοκαίρι. Ίσως να μας λείπουν εκείνοι που το έκαναν καλοκαίρι. Μας λείπουν οι άνθρωποι με τους οποίους δεν χρειαζόταν να κοιτάζουμε την ώρα. Εκείνοι που γνώριζαν τις σιωπές μας και καταλάβαιναν το βλέμμα μας. Μας λείπει ο εαυτός μας όπως ήταν κοντά τους: πιο ανέμελος, πιο αληθινός, λιγότερο φοβισμένος. Μας λείπει η βεβαιότητα ότι την επόμενη χρονιά θα είμαστε πάλι όλοι εκεί.
Όμως η ζωή δεν δίνει τέτοιες υποσχέσεις. Τα πλοία φεύγουν, οι βαλίτσες κλείνουν και στα λιμάνια οι άνθρωποι κουνάνε το χέρι μέχρι να χαθούν ο ένας από τα μάτια του άλλου. Λένε «του χρόνου πάλι», λες και μπορούν με δύο λέξεις να νικήσουν τον χρόνο. Λες και ο επόμενος Αύγουστος θα μας βρει ίδιους, στο ίδιο μέρος, με τους ίδιους ανθρώπους και τις ίδιες αντοχές. Κάποιες φορές μας βρίσκει. Κάποιες άλλες, όχι. Γι’ αυτό οι αποχαιρετισμοί του Αυγούστου πονάνε περισσότερο. Γιατί δεν αποχαιρετάμε μόνο τις διακοπές, τις θάλασσες και τις μεγάλες ημέρες. Αποχαιρετάμε μια μικρή ζωή που δημιουργήθηκε για λίγο. Έναν κόσμο όπου υπήρχε περισσότερος χρόνος για αγκαλιές, συζητήσεις, μουσικές και σιωπές κάτω από τα αστέρια. Έναν κόσμο στον οποίο πιστέψαμε ξανά ότι οι άνθρωποι μπορούν να μείνουν.
Και ύστερα έρχεται η στιγμή της επιστροφής.
Τα σπίτια κλείνουν. Τα σεντόνια διπλώνονται. Η άμμος τινάζεται από τις πετσέτες. Τα τελευταία φώτα σβήνουν στα μπαλκόνια. Μένει μόνο μια μυρωδιά αντηλιακού, λίγα κοχύλια στην άκρη μιας τσάντας και ένα κινητό γεμάτο φωτογραφίες που θα κοιτάξουμε κάποιο βράδυ του χειμώνα, όταν θα έχουμε ανάγκη να θυμηθούμε πως υπήρξαν ημέρες που ήμασταν πραγματικά ευτυχισμένοι.
Σήμερα, την τελευταία βράδια του φετινού Αυγούστου, μη βιαστείς να την προσπεράσεις. Κάθισε λίγο ακόμη στην αυλή. Περπάτησε ξυπόλυτος μέχρι τη θάλασσα. Κοίταξε προσεκτικά τα πρόσωπα γύρω σου. Άκουσε τις φωνές τους. Φύλαξε μέσα σου τον τρόπο που γελούν, τον τρόπο που λένε το όνομά σου, τον τρόπο που σε κοιτούν όταν πιστεύουν ότι δεν τους βλέπεις.
Και, αν αγαπάς κάποιον, πες το τώρα. Μην το αφήσεις για την επόμενη συνάντηση, για το επόμενο καλοκαίρι, για μια πιο κατάλληλη στιγμή. Οι κατάλληλες στιγμές δεν ανακοινώνουν ποτέ πως είναι οι τελευταίες.
Ο Αύγουστος θα φύγει, όπως φεύγουν όλα τα όμορφα πράγματα. Δεν χρειάζεται να τον κρατήσουμε. Χρειάζεται μόνο να μην αφήσουμε ανείπωτα όσα μας έμαθε: ποιοι άνθρωποι είναι το σπίτι μας, ποιες στιγμές άξιζαν πραγματικά και πόσο μεγάλη ευλογία είναι να έχουμε κάποιον που κάνει τον αποχαιρετισμό να πονά.
Γιατί στο τέλος δεν θυμόμαστε πόσες ημέρες κράτησε ένα καλοκαίρι. Θυμόμαστε ποιον αγαπήσαμε μέσα σε αυτό. Και ποιον θα θέλαμε να μπορούσαμε να αγκαλιάσουμε ακόμη μία φορά, πριν σβήσουν τα τελευταία φώτα του Αυγούστου.
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη
