«Εγώ που έχω κάνει τόσα για σένα….»! Μια φράση που έχει τη δύναμη του κόσμου όλου να σε κάνει να νιώσεις αχάριστος/η μέσα σε τρία δευτερόλεπτα. Και ενώ προσπαθείς με κόμπο στον λαιμό να εξηγήσεις γιατί κάτι σε πλήγωσε, μετά από αυτό που άκουσες βρίσκεσαι στο σημείο να απολογείσαι απέναντι στον άλλον/η σαν μαραζωμένο χαμομηλάκι. Δεν έχει καν σημασία τι είπες, τι ένιωσες, τι σε ενόχλησε. Σημασία έχει να θυμηθείς πόσες φορές σε βοήθησαν, πόσες φορές ήταν δίπλα σου, πόσα σου πρόσφεραν και πόσα ανέχτηκαν από εσένα.

Ε, και κάπως έτσι, από εκεί που είχες ένα παράπονο να πεις στον/στην «κολλητό/ή», καταλήγεις να αισθάνεσαι ότι χρωστάς την ίδια σου τη σιωπή.

Δεν είναι αλήθεια περίεργο πόσο εύκολα μπορεί να μετατραπεί μια όμορφη πράξη σε όπλ0 εναντίον σου; Κάτι που κάποτε έγινε από αγάπη να επιστρέφει καιρό αργότερα σαν λογαριασμός που δεν εξοφλήθηκε ποτέ.

Και κάπου εδώ αναρωτιέμαι: όταν κάνεις κάτι για έναν άνθρωπο που αγαπάς, σέβεσαι, εκτιμάς, έχεις περάσει τα χίλια μύρια, το κάνεις επειδή θέλεις ή επειδή περιμένεις να αποκτήσεις ένα δικαίωμα πάνω του εν τέλει;

Γιατί, μεταξύ μας, υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο «ήμουν δίπλα σου και με πλήγωσε που δεν ήσουν κι εσύ δίπλα μου» και στο «μετά από όλα όσα έχω κάνει για σένα, δεν έχεις δικαίωμα να μου μιλάς έτσι».

Το πρώτο, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, είναι ένα συναίσθημα που αξίζει να ακουστεί και το δεύτερο μπορεί να γίνει τρόπος να κλείσεις το στόμα του άλλου.

Και θα μου πει κάποιος, καλά, αυτό δεν συμβαίνει μόνο στις ερωτικές σχέσεις; Όχι, φίλοι μου, δυστυχώς γίνεται και ανάμεσα στις φιλίες, στις οικογένειες, ανάμεσα σε ανθρώπους που γνωρίζονται χρόνια και έχουν μάθει σχεδόν απ’ έξω τα ευάλωτα σημεία του άλλου.

Μόνο που η οικειότητα είναι περίεργο πράγμα τελικά. Μπορεί να γίνει το ασφαλέστερο μέρος στον πλανήτη, αλλά μπορεί να γίνει και το μέρος όπου κάποιος ξέρει ακριβώς ποια κουμπιά να πατήσει για να σε κάνει να νιώσεις μικρός/ή και λίγος/η.

Η πραγματική φιλία, έχω την αίσθηση, πως δεν είναι απλώς μια λίστα με όσα έχεις κάνει για μένα, για τον άλλον, για την άλλη. Είναι ο χώρος που μπορούμε να υπάρχουμε και οι δυο χωρίς να φοβόμαστε ότι θα χρησιμοποιήσουμε ο ένας την αγάπη του άλλου εναντίον του.

Και πριν βιαστούμε να πούμε ότι οι φίλοι δεν πρέπει να θυμώνουν, ας ξεκαθαρίσουμε κάτι βασικό. Οι φίλοι εννοείται πως θα θυμώσουν, θα απογοητευτούν, θα υπάρξουν στιγμές που θα νιώσουν αδικημένοι ή ότι δεν τους υπολογίσαμε τόσο όσο θα επιθυμούσαν ή ακόμη και πως δεν ανταποκριθήκαμε όπως ακριβώς θα ήθελαν. And it’s OK! Η φιλία δεν είναι ένα γήπεδο όπου όλα επιτρέπονται και κανείς δεν πληγώνεται.

Δεν είναι όμως ούτε ένα συμβόλαιο που υπέγραψες κάποτε και τώρα πρέπει να τηρείς εφ’ όρου ζωής για να μη θεωρείσαι αχάριστος/η.

Υπάρχει η περίπτωση, ρε παιδιά, κάποιος να σε έχει στηρίξει σε μια δύσκολη περίοδο και σήμερα να έχετε φτάσει στο σημείο να διαφωνείτε. Μπορεί να σου έχει σταθεί όταν δεν είχες κανέναν και τώρα να βλέπετε τη ζωή εντελώς διαφορετικά με το πέρασμα του χρόνου. Μπορεί να αγαπάς βαθιά έναν/μια φίλο/η σου και, παρ’ όλα αυτά, να έχεις ανάγκη να κρατήσεις απόσταση. Μπορεί να εκτιμάς ολόψυχα όσα έχει κάνει για σένα και ταυτόχρονα να μη συμφωνείς με τον τρόπο που σου φέρεται σήμερα.

Και τα δύο αυτά μπορούν να συνυπάρχουν.

Δεν ακυρώνεται το καλό που σου έκανε κάποιος επειδή σε πλήγωσε, αλλά ούτε το καλό που σου έκανε του δίνει το δικαίωμα να σε στήνει στον τοίχο.

Σκεφτείτε πόσοι άνθρωποι μεγαλώσαμε με την ιδέα ότι, αν κάποιος μας αγαπάει ή μας έχει βοηθήσει, πρέπει να κάνουμε υπομονή, να καταπίνουμε τα παράπονά μας, να μην αντιδρούμε πολύ ή να μην γινόμαστε δύσκολοι.

Πόσες φορές έχουμε πει «δεν πειράζει», ενώ πείραζε, μόνο και μόνο επειδή θυμηθήκαμε όλα όσα είχε κάνει ο άλλος για εμάς ή γιατί ένα βράδυ μάς τα αράδιασε όλα ένα προς ένα σε ένα SMS;

Και το χειρότερο; Κάποια στιγμή αρχίζουμε να το κάνουμε μόνοι μας. Δεν χρειάζεται καν να μας κατηγορήσει κανείς και νιώθουμε ενοχές πριν καν μιλήσουμε. Σκεφτόμαστε μήπως είμαστε υπερβολικοί, μήπως δεν εκτιμάμε αρκετά και μήπως ζητάμε και πολλά.

Για να καταλήξουμε στο «μήπως εμείς είμαστε τελικά οι κακοί της ιστορίας;».

Αυτή, λοιπόν, παιδιά, είναι η δύναμη της ενοχής όταν χρησιμοποιείται σαν μοχλός ελέγχου. Δεν χρειάζεται να σου απαγορεύσει κάποιος να κάνεις κάτι. Αρκεί να σε κάνει να νιώθεις τόσο άσχημα στην ιδέα ότι θα το κάνεις, ώστε να περιορίσεις μόνος σου την ελευθερία σου.

Και έτσι, αντί να αναρωτιέσαι «είμαι καλά μέσα σε αυτή τη φιλία; Νιώθω ελεύθερος/η; Είμαι ο εαυτός μου;», αρχίζεις να αναρωτιέσαι «έχω το δικαίωμα να μην είμαι καλά;».

Φυσικά, θα πω εγώ, δεν είναι κάθε αναφορά σε όσα έχει προσφέρει κάποιος χειραγώγηση. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν κουραστεί να δίνουν χωρίς να λαμβάνουν πίσω, που αισθάνονται ότι πλέον θεωρούνται δεδομένοι, που χρειάζονται και εκείνοι φροντίδα και αναγνώριση. Και ναι, έχουν κάθε δικαίωμα να το εκφράσουν. Η αμοιβαιότητα, εξάλλου, έχει ύψιστη σημασία. Η φιλία δεν σημαίνει ότι ο ένας προσφέρει ασταμάτητα και ο άλλος απλώς λαμβάνει.

Το ζήτημα βρίσκεται στο πώς χρησιμοποιείται αυτή η προσφορά. Ως αφορμή για μια ειλικρινή συζήτηση ή ως απόδειξη ότι ο άλλος δεν δικαιούται να εκφράσει κάτι διαφορετικό; Ως έκφραση ενός πληγωμένου συναισθήματος ή ως μόνιμο χρέος που πρέπει να ξεπληρώνεις κάθε φορά που δεν συμμορφώνεσαι;

Γιατί, αν κάθε διαφωνία καταλήγει να δικάζει τον χαρακτήρα σου, αν κάθε όριο που βάζεις βαφτίζεται αχαριστία, αν κάθε επιλογή σου που δεν αρέσει στον φίλο σου γίνεται αφορμή να σου θυμίσει πόσα έχει κάνει για σένα, τότε δεν μιλάμε, συγγνώμη, για έναν απλό καβγά, αλλά για μια δυναμική που αξίζει ίσως να κοιτάξεις λίγο πιο προσεκτικά.

Και ίσως χρειάζεται να μιλήσουμε λίγο περισσότερο για την αποδοχή. Και δεν εννοώ τη λέξη εκείνη που ξεστομίζουμε εύκολα όταν όλα πηγαίνουν μέλι γάλα, αλλά την πραγματική αποδοχή του άλλου ως ξεχωριστού ατόμου.

Να αποδέχεσαι τον φίλο σου σημαίνει ότι καταλαβαίνεις ότι δεν είναι προέκτασή σου, δεν είναι εδώ για να σκέφτεται όπως εσύ, να επιλέγει όπως εσύ, να συμφωνεί μαζί σου για να αποδεικνύει το πόσο καλός και συμπονετικός φίλος είναι. Δεν είναι υποχρεωμένος να έχει τις ίδιες ανάγκες, τις ίδιες αντοχές, τις ίδιες απόψεις ή την ίδια διαδρομή με εσένα.

Μπορεί, λοιπόν, να αλλάξει, να απομακρυνθεί για λίγο, να ερωτευτεί, να κάνει οικογένεια, να αναθεωρήσει τις προτεραιότητές του, να ανακαλύψει πλευρές του εαυτού του που δεν γνώριζε ούτε ο ίδιος και, φυσικά, μπορεί να πάψει να είναι ο άνθρωπος που γνώρισες πριν από είκοσι χρόνια. Και ναι, μπορεί να αλλάξει και άλλο τόσο, ώστε να μην χωράτε πια ο ένας στη ζωή του άλλου με τον ίδιο τρόπο που χωρούσατε κάποτε.

Και θα συμφωνήσω ότι αυτό πονάει. Δεν σημαίνει όμως ότι έχεις το δικαίωμα να τον τιμωρήσεις επειδή εξελίχθηκε διαφορετικά απ’ ό,τι περίμενες.

Η αυθεντικότητα απαιτεί χώρο και απαιτεί να μην φοράς τον ρόλο του καλού φίλου είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο. Και μια αληθινή φιλία πρέπει να μπορεί να αντέξει κάτι από όλη αυτή την ελευθερία. Και αν κάποια στιγμή δεν μπορείτε πια να συνεχίσετε μαζί, να μπορείτε να αναγνωρίσετε ότι υπήρξε κάτι αληθινό μεταξύ σας κάποτε.

Γιατί η φιλία δεν είναι να κρατάμε ο ένας τον άλλον αιχμάλωτο σε όσα υπήρξαμε πριν από χρόνια. Είναι να μπορούμε να συναντιόμαστε ξανά, ως οι άνθρωποι που είμαστε σήμερα. Και ίσως τελικά η πιο ουσιαστική ερώτηση να μην είναι αν κάποιος έχει κάνει πολλά για εσένα, αλλά αν δίπλα του μπορείς να είσαι ο εαυτός σου χωρίς να φοβάσαι ότι μια μέρα θα χρησιμοποιήσει την αγάπη του για να σου θυμίσει πόσο ακριβά κοστίζει η ελευθερία σου.

Συντάκτης: Φραγκούλα Χατζηαγόρου