Υπάρχουν στιγμές που η έλξη δεν δυναμώνει επειδή όλα είναι ήρεμα, ξεκάθαρα και απολύτως υπό έλεγχο. Δυναμώνει ακριβώς όταν κάτι μέσα σου αρχίζει να ξεφεύγει λίγο. Όχι επικίνδυνα. Όχι χωρίς συναίνεση. Αλλά αρκετά ώστε να καταλάβεις ότι η ψυχραιμία σου δεν είναι πια η μόνη που αποφασίζει.

Το σώμα προηγείται. Η σκέψη ακολουθεί. Και κάπου ανάμεσα στα δύο γεννιέται εκείνη η πολύ συγκεκριμένη αίσθηση: «αν συνεχίσει έτσι, δεν ξέρω πόσο θα κρατήσω την αυτοσυγκράτησή μου». Για κάποιους ανθρώπους, αυτό ακριβώς το μικρό ρήγμα στον έλεγχο μπορεί να κάνει την επιθυμία να μοιάζει πιο έντονη.

Η σ3ξουαλική διέγερση δεν λειτουργεί σαν ένα απλό κουμπί ON/OFF. Ένα από τα πιο γνωστά μοντέλα στη μελέτη της σ3ξουαλικής απόκρισης, το Dual Control Model, περιγράφει μια δυναμική ισορροπία ανάμεσα σε διαδικασίες που μας «ανάβουν» και σε διαδικασίες που μας φρενάρουν. Και οι άνθρωποι διαφέρουν πολύ στο πόσο εύκολα ενεργοποιούνται και τα δύο. Με απλά λόγια: το σώμα δεν έχει μόνο γκάζι. Έχει και φρένο. Και μερικές φορές η ένταση γεννιέται ακριβώς επειδή πατιούνται και τα δύο.

Αυτό βοηθά να καταλάβουμε γιατί το «χάνω λίγο τον έλεγχο» μπορεί να είναι ερωτικό χωρίς να σημαίνει ότι θέλεις πραγματικά να χάσεις τον έλεγχο της κατάστασης. Άλλο η επιθυμητή παράδοση μέσα σε ασφαλές πλαίσιο και άλλο η πραγματική απώλεια επιλογής. Το πρώτο μπορεί να είναι μέρος του παιχνιδιού. Το δεύτερο δεν είναι παιχνίδι.

Και αυτή η διαφορά είναι ολόκληρο το θέμα.

Γιατί όταν ξέρεις ότι μπορείς να σταματήσεις, το να επιλέξεις για λίγο να μη σταματήσεις μπορεί να αποκτήσει εντελώς διαφορετική ένταση. Δεν παραδίδεις το δικαίωμα να αποφασίζεις. Παραδίδεις για λίγο την ανάγκη να έχεις τον έλεγχο πάνω σε κάθε δευτερόλεπτο της επιθυμίας σου.

Η αυτοσυγκράτηση έχει επίσης μια περίεργη σχέση με την επιθυμία. Όσο περισσότερο προσπαθείς να μείνεις ψύχραιμος, τόσο περισσότερο μπορεί να προσέχεις αυτό ακριβώς που προσπαθείς να ελέγξεις. Τον τρόπο που πλησίασε. Το χέρι που έμεινε εκεί. Την ανάσα που άλλαξε. Το δευτερόλεπτο που σκέφτηκες «μην το κάνεις» και το σώμα σου άκουσε μόνο το «κάν’ το».

Δεν είναι μαγικός κανόνας και δεν σημαίνει ότι η καταπίεση της επιθυμίας την κάνει πάντα μεγαλύτερη. Σημαίνει όμως ότι, όταν προσπαθείς να ελέγξεις κάτι που ήδη σε επηρεάζει, μπορεί να καταλήξεις να το προσέχεις ακόμη περισσότερο. Και όταν ήδη θέλεις κάποιον, η αίσθηση ότι η συνήθης αυτοκυριαρχία σου αρχίζει να δυσκολεύεται μπορεί να γίνει μέρος της ίδιας της εμπειρίας.

Το «δεν μπορώ να κρατηθώ» είναι βέβαια συχνά υπερβολή. Συνήθως μπορείς. Και πρέπει να μπορείς. Αλλά ερωτικά, η φράση περιγράφει κάτι άλλο: όχι την πραγματική ανικανότητα να επιλέξεις, αλλά  την αίσθηση ότι η επιθυμία έχει αρχίσει να μιλά πιο δυνατά από την ψυχραιμία σου.

Κάποιες φορές, μάλιστα, αυτό που μας ανάβει δεν είναι μόνο ο άλλος άνθρωπος. Είναι και η εκδοχή του εαυτού μας που εμφανίζεται όταν σταματά να είναι τόσο ελεγχόμενη. Ο άνθρωπος που όλη μέρα οργανώνει, αποφασίζει, προβλέπει, απαντά και κρατά τα πάντα σε σειρά μπορεί να βρίσκει απίστευτα ερωτικό το να μη χρειάζεται, έστω για λίγο, να είναι και ο project manager της ίδιας του της επιθυμίας.

Ίσως γι’ αυτό η έννοια της «παράδοσης» εμφανίζεται τόσο συχνά στην ερωτική γλώσσα. Δεν χρειάζεται να σημαίνει εξουσία, ρόλους ή κάποιο συγκεκριμένο k1nk. Μπορεί να είναι κάτι πολύ πιο απλό: να εμπιστευτείς αρκετά τη στιγμή ώστε να σταματήσεις να την παρακολουθείς από έξω. Να μη σκέφτεσαι πώς φαίνεσαι, τι πρέπει να κάνεις μετά ή αν μόλις αποκάλυψες λίγο περισσότερη επιθυμία απ’ όση σκόπευες.

Γιατί υπάρχει και αυτό: ο έλεγχος είναι συχνά performance. Είναι το να κρατάς λίγο πίσω το βλέμμα, το μήνυμα, την αντίδραση, το σώμα. Να μη φανεί ότι σε επηρεάζει τόσο. Κι όταν αυτή η άμυνα πέσει, η επιθυμία μπορεί να μοιάζει ξαφνικά πιο γυμνή — όχι επειδή έγινε μεγαλύτερη εκείνη τη στιγμή, αλλά επειδή σταμάτησες να τη μεταφράζεις σε κάτι πιο ασφαλές.

Μερικές φορές δεν σε τρομάζει ότι χάνεις τον έλεγχο. Σε τρομάζει ότι ο άλλος κατάλαβε πως τον είχες ήδη χάσει λίγο.

Και κάπου εκεί η ένταση αλλάζει επίπεδο. Γιατί το να θέλεις κάποιον είναι ένα πράγμα. Το να συνειδητοποιείς ότι σε βλέπει να τον θέλεις είναι άλλο. Το παιχνίδι παύει να είναι εντελώς εσωτερικό. Κάποιος άλλος μόλις είδε αυτό που προσπαθούσες τόσο καλά να κρύψεις.

Η απώλεια ελέγχου δεν είναι από μόνη της ερωτική. Και το άγχος, ο φόβος ή η πίεση δεν γίνονται ξαφνικά αφροδισιακά. Η ασφάλεια και η συναίνεση παραμένουν η βάση. Ακριβώς γι’ αυτό η ελεγχόμενη «απώλεια ελέγχου» μπορεί να λειτουργήσει: επειδή από κάτω υπάρχει η βεβαιότητα ότι η επιλογή παραμένει δική σου.

Ίσως τελικά αυτό είναι το παράδοξο. Για να απολαύσεις πραγματικά το αίσθημα ότι αφήνεσαι, πρέπει κάπου βαθιά να ξέρεις ότι μπορείς να σταματήσεις.

Γιατί η πιο ερωτική απώλεια ελέγχου δεν είναι αυτή στην οποία δεν έχεις επιλογή. Είναι εκείνη στην οποία έχεις — και για λίγα δευτερόλεπτα δεν θέλεις να τη χρησιμοποιήσεις.

Συντάκτης: Virtual Unreality
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη