Η άδεια να είσαι αγενής είναι απαραίτητη για την προσωπική ασφάλεια. Ένα παιδί που ξέρει ότι επιτρέπεται να είναι αγενές δεν παγώνει όταν του συμβαίνει κάτι κακό. Ο εγκέφαλος του παιδιού είναι προγραμματισμένος να σέβεται τους ενήλικες, κάτι που το κάνει πιο ευάλωτο στη χειραγώγηση από «ύπουλους» ανθρώπους. Τα στοιχεία για την παιδική κακ0ποίηση δείχνουν ότι οι δράστες είναι πιο συχνά άνθρωποι από το κοντινό περιβάλλον και όχι άγνωστοι. Γι’ αυτό ένα παιδί χρειάζεται να ξέρει από πριν τι να κάνει: μπορεί να πει όχι, να φύγει, να φωνάξει ή να μιλήσει, ακόμα κι αν αυτό φαίνεται αγενές.

Τρία βασικά πράγματα βοηθούν τα παιδιά να αναγνωρίζουν επικίνδυνους ενήλικες, ακόμα κι αν πρόκειται για γνωστά πρόσωπα. Πρώτον, η επιβεβλημένη μυστικότητα: φράσεις όπως «μην το πεις στη μαμά σου» είναι σοβαρό προειδοποιητικό σημάδι. Δεύτερον, η ενοχή γύρω από το «όχι»: όταν ένας ενήλικας κάνει ένα παιδί να νιώθει κακό ή αγενές επειδή βάζει όρια, αυτό είναι χειραγώγηση. Τρίτον, η απομόνωση: κάθε προσπάθεια να απομακρυνθεί το παιδί από άλλους χωρίς άδεια πρέπει να θεωρείται ύποπτη.

Αυτή η προσέγγιση βοηθά τα παιδιά να γίνουν ενήλικες που μπορούν να διαχειρίζονται πιεστικές καταστάσεις χωρίς να υποχωρούν συνεχώς για να είναι αρεστοί. Μέσα από απλές φράσεις και πρακτικές αντιδράσεις όταν κάτι δεν τους φαίνεται σωστό, χτίζουν μια εσωτερική βάση που δίνει προτεραιότητα στον σεβασμό προς τον εαυτό τους και στο δικαίωμα στο σώμα τους. Το να μάθουμε στα παιδιά ότι μπορούν να είναι αγενή σε επικίνδυνες στιγμές δεν τα προστατεύει μόνο τότε· τα προετοιμάζει για πιο υγιή όρια σε όλη τους τη ζωή.