Υπάρχουν τραγούδια που ένας καλλιτέχνης απλώς ερμηνεύει και υπάρχουν κι εκείνα που μοιάζουν να είχαν γραφτεί για εκείνον πριν ακόμη τα ακούσει. Για τον Γιώργο Μαζωνάκη, ένα από αυτά ήταν το «Ώρες μικρές», το τραγούδι που έμελλε να γίνει μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του και να συνδεθεί για πάντα με τη φωνή, τη μοναξιά και τη σκοτεινή ευαισθησία του.

Την ιστορία πίσω από τη δημιουργία του τραγουδιού αποκάλυψε η Ελένη Γιαννατσούλια στη συνέντευξη που παραχώρησε στην εκπομπή «Στούντιο 4». Η γνωστή στιχουργός μίλησε με βαθιά συγκίνηση για τον Γιώργο Μαζωνάκη, περιγράφοντάς τον ως έναν ξεχωριστό, χαρισματικό, αλλά και εκ βαθέων μοναχικό άνθρωπο. Έναν καλλιτέχνη πολύ πιο ευαίσθητο απ’ όσο ίσως άφηνε να φαίνεται η εκρηκτική σκηνική παρουσία του.

Η μουσική του «Ώρες μικρές» είχε γραφτεί από τον Γιώργο Σαμπάνη και πάνω σε αυτή η Ελένη Γιαννατσούλια δημιούργησε τους στίχους. Όταν ο Σαμπάνης έπαιξε για πρώτη φορά το τραγούδι στον Μαζωνάκη, εκείνος δε χρειάστηκε να το ακούσει ολόκληρο για να καταλάβει πως το ήθελε.

Αρκούσαν λίγες μόνο λέξεις. Ο στίχος «λάμπω σαν φως, μα το σκοτάδι στο σημάδι έχω βάλει» ήταν αρκετός για να τον συγκινήσει και να τον κάνει να ταυτιστεί απόλυτα με το τραγούδι. Χωρίς να έχει προλάβει ακόμη να γνωρίσει όλους τους στίχους, γύρισε και είπε: «Το κομμάτι αυτό το θέλω τώρα».

Ίσως γιατί μέσα σε εκείνη τη φράση αναγνώρισε κάτι βαθιά δικό του. Την αντίθεση ανάμεσα στο φως που εξέπεμπε επάνω στη σκηνή και στο σκοτάδι που μπορεί να κουβαλούσε μέσα του. Ανάμεσα στον εκρηκτικό ερμηνευτή που μπορούσε να ξεσηκώσει ένα ολόκληρο μαγαζί και στον μοναχικό, συναισθηματικό άνθρωπο που περιέγραψε η Ελένη Γιαννατσούλια.

Στην πορεία, ο Γιώργος Μαζωνάκης αγάπησε κάθε λέξη του τραγουδιού. Και όταν άρχισε να το ερμηνεύει ζωντανά, δεν το αντιμετώπισε ποτέ σαν ακόμη μία επιτυχία στο πρόγραμμά του. Το έκανε δικό του. Το φόρτισε με τη χαρακτηριστική βραχνάδα, τις σιωπές, τις εκρήξεις και εκείνον τον τρόπο που είχε να μοιάζει σαν να εξομολογείται μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους.

Αυτό ακριβώς θυμήθηκε και η στιχουργός μιλώντας για τα βίντεο από τις ζωντανές εμφανίσεις του. Ο Μαζωνάκης έλεγε έναν στίχο και το κοινό τον επαναλάμβανε. Τον φώναζε πίσω σε εκείνον, σαν να μην υπήρχε πια απόσταση ανάμεσα στην πίστα και στους ανθρώπους από κάτω. Το τραγούδι είχε πάψει να ανήκει μόνο στους δημιουργούς και στον ερμηνευτή του. Είχε γίνει κοινό βίωμα.

Η Γιαννατσούλια εξήγησε πως ο Γιώργος Μαζωνάκης έδινε ιδιαίτερη σημασία στους στίχους και στα μηνύματα που μετέφεραν τα τραγούδια του. Δεν διάλεγε μόνο μια ωραία μελωδία ή ένα εύκολο ρεφρέν. Αναζητούσε λέξεις μέσα στις οποίες μπορούσε να αναγνωρίσει τον εαυτό του. Ίσως γι’ αυτό οι ερμηνείες του είχαν πάντοτε κάτι περισσότερο από τεχνική. Έμοιαζαν να κουβαλούν προσωπική αλήθεια.

Για εκείνη, η γνωριμία με τον Γιώργο Μαζωνάκη υπήρξε ένα από τα μεγάλα δώρα που της χάρισε ο Γιώργος Σαμπάνης. Εκείνος ήταν που σύστησε στον τραγουδιστή τον κόσμο των στίχων της και ο Μαζωνάκης τον περπάτησε, όπως είπε, με σεβασμό και αγάπη. Συχνά μάλιστα ταυτιζόταν τόσο έντονα με όσα έγραφε, ώστε η ίδια αναρωτιόταν πώς ήταν δυνατόν να περιγράφει κάθε φορά αυτό ακριβώς που βίωνε εκείνη την περίοδο.

Η συγκίνησή της έγινε ακόμη πιο έντονη όταν παραδέχτηκε πως θα προτιμούσε να είναι ζωντανός ο Γιώργος, ακόμη κι αν δεν τραγουδούσε ποτέ ξανά δικό της κομμάτι. Γιατί πίσω από τις επιτυχίες, τις συνεργασίες και τις λέξεις που τραγούδησε μια ολόκληρη χώρα, υπήρχε ένας άνθρωπος που για εκείνη είχε πολύ μεγαλύτερη αξία από οποιοδήποτε τραγούδι.

Το «Ώρες μικρές» γεννήθηκε από μια μελωδία του Γιώργου Σαμπάνη, πήρε λέξεις από την Ελένη Γιαννατσούλια και βρήκε τη φωνή του στον Γιώργο Μαζωνάκη. Εκείνος, όμως, του χάρισε κάτι που δεν μπορούσε να γραφτεί ούτε στο πεντάγραμμο ούτε σε ένα χαρτί: ένα κομμάτι από τον ίδιο.

Και τώρα που η φωνή του σίγησε, το τραγούδι ακούγεται διαφορετικά. Σαν να έκρυβε από την αρχή μέσα του έναν αποχαιρετισμό που κανείς δεν ήταν ακόμη έτοιμος να καταλάβει.