Δεν είναι μια ιστορία που διαβάζεται εύκολα. Και σίγουρα δεν είναι μια ιστορία που μπορείς να «ντύσεις» με εύκολες λέξεις. Γιατί ποτέ κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι θα έκανε αν βίωνε τη χειρότερη απώλεια που μπορεί να βιώσει άνθρωπος: να χάσει το παιδί του.
Η Wendy Duffy, 56 ετών, από τα West Midlands της Βρετανίας, ετοίμασε ένα ταξίδι για να πεθάνει. Έβγαλε από τον λογαριασμό της 10.000 λίρες, έκλεισε εισιτήριο χωρίς επιστροφή και κατευθύνεται προς την Ελβετία για να βάλει η ίδια ένα τέλος στη ζωή της, μέσω υποβοηθούμενου θανάτου, επειδή — όπως λέει — δεν αντέχει άλλο να ζει.
Η ιστορία της έχει προκαλέσει έντονη συγκίνηση αλλά και μια δύσκολη, σχεδόν άβολη δημόσια συζήτηση. Γιατί δε χωρά εύκολα σε κατηγορίες. Δεν είναι μια «τυπική» περίπτωση. Είναι μια γυναίκα που, όπως περιγράφει, έχασε τον εαυτό της τη μέρα που έχασε τον γιο της.
Ο Μάρκους πέθανε πριν από τέσσερα χρόνια, σε ένα περιστατικό που ξεκίνησε σχεδόν αθόρυβα. Είχε αποκοιμηθεί στον καναπέ, μετά από μια βραδινή έξοδο. Ένα μικρό κομμάτι ντοματίνι σφηνώθηκε στην τραχεία του. Όταν η Wendy τον βρήκε, είχε ήδη αλλάξει χρώμα. Με την εμπειρία της από τον χώρο της φροντίδας, αντέδρασε αμέσως, ξεκίνησε ΚΑΡΠΑ, κάλεσε βοήθεια. Οι διασώστες τον μετέφεραν στο νοσοκομείο, όμως η ζημιά είχε ήδη γίνει.
Έμεινε δίπλα του πέντε ημέρες, μέχρι τη στιγμή που διακόπηκε η μηχανική υποστήριξη. Τα όργανά του δωρίστηκαν — η καρδιά του έδωσε ζωή σε έναν άλλον άνθρωπο, κάτι που η ίδια περιγράφει ως «παρηγοριά που πονάει».
Αυτό που ακολούθησε ήταν μια καθημερινότητα που, όπως λέει, άδειασε από νόημα. Πήγαινε κάθε μέρα στο γραφείο τελετών για να κάθεται δίπλα του, ακούγοντας τη μουσική του. «Από αυτό δεν επιστρέφεις», λέει. «Εκεί πέθανα κι εγώ μέσα μου».
Η Wendy προσπάθησε να συνεχίσει. Ακολούθησε ψυχοθεραπεία, πήρε αντικαταθλιπτικά, έκανε ό,τι της πρότειναν. Εννέα μήνες μετά την απώλεια του γιου της, αποπειράθηκε να βάλει τέλος στη ζωή της. Επέζησε, έμεινε για δύο εβδομάδες σε μηχανική υποστήριξη και, όπως λέει, τότε σκέφτηκε ότι δε θέλει να ξαναπεράσει κάτι τέτοιο.
Και όμως, τα χρόνια που ακολούθησαν δεν έφεραν την αλλαγή που περίμενε. «Δεν είμαι μόνη», λέει. «Έχω οικογένεια, φίλους. Αλλά τα βράδια μιλάω στον Μάρκους, φιλάω το κουτί με τις στάχτες του και λέω “καληνύχτα”. Και μετά σκέφτομαι ότι δε θέλω να ανοίξω ξανά τα μάτια μου».
Η απόφασή της την οδήγησε στην ελβετική κλινική Pegasos, μία από τις λίγες που εξετάζουν περιπτώσεις χωρίς σωματική ασθένεια, όταν πρόκειται για σοβαρές, μακροχρόνιες και ανθεκτικές στη θεραπεία ψυχικές καταστάσεις. Η διαδικασία κράτησε πάνω από έναν χρόνο: αξιολογήσεις, συνεντεύξεις, πλήρης φάκελος ιατρικού ιστορικού. Τελικά, εγκρίθηκε.
Στην Ελβετία, ο νόμος προβλέπει ότι ο ίδιος ο άνθρωπος πρέπει να χορηγήσει το φάρμακο. Για τη Wendy, αυτό έχει σημασία. «Δε θέλω να τραυματίσω κανέναν», εξηγεί. «Δε θέλω κάποιος να με βρει και να το κουβαλάει για πάντα». Έχοντας εργαστεί χρόνια στον χώρο της φροντίδας, έχει βρεθεί δίπλα σε ανθρώπους την τελευταία τους στιγμή. «Έχω δει καλούς θανάτους και κακούς θανάτους», λέει. «Θέλω έναν ήρεμο, γαλήνιο».
Έχει ήδη κανονίσει τα πάντα. Έχει γράψει γράμματα στους δικούς της, έχει επιλέξει ρούχα και μουσική. Θα φορέσει ένα t-shirt του Μάρκους. Ζήτησε τα παράθυρα της κλινικής να είναι ανοιχτά. Τα υπάρχοντά της θα δοθούν σε φιλοζωική οργάνωση. Οι στάχτες της θα επιστρέψουν στη Βρετανία, για να σκορπιστούν δίπλα σε εκείνες του γιου της.
Δεν υπάρχει εύκολος επίλογος σε μια ιστορία σαν αυτή. Μένει μόνο η αίσθηση ότι πίσω από τίτλους και γεγονότα, υπάρχουν άνθρωποι που παλεύουν με πράγματα που δε φαίνονται — και κάποιες φορές, αυτή η μάχη δεν έχει τον ίδιο ορισμό ή το ίδιο νόημα για όλους.