Η Ρεμπέκα Γκούντουιν κατήγγειλε ότι βιaστηκε. Μίλησε δημόσια για τη σ#ξουαλική κακοποίησή της και βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δικαστική διαδικασία που, σύμφωνα με την ίδια, παραμένει σε εξέλιξη. Ο κωμικός Βιτόριο Αντζελόνε βρήκε σε αυτή την ιστορία υλικό για ένα «αστείο». Και γύρω του υπήρχαν άνθρωποι που γέλασαν. Ας ξεκινήσουμε από εκεί. Από μια γυναίκα με όνομα, ζωή και μια επώδυνη εμπειρία, την οποία κάποιοι αποφάσισαν να μετατρέψουν σε ψυχαγωγία.

Σε roast του podcast «Have a Word», απευθυνόμενος στον επίσης κωμικό Φρέντι Κουίν, ο Αντζελόνε ρώτησε: «Αν είσαι εσύ εδώ, ποιος βιaζει τη Ρεμπέκα Γκούντουιν;». Και συνέχισε: «Ήταν αστείο. Φυσικά και είναι ο πατέρας της». Αυτή ήταν η ατάκα: μια επώνυμη γυναίκα να παρουσιάζεται ως αντικείμενο σ#ξουαλικής βίας, με μια επιπλέον αναφορά σε αιμομιξία για να ολοκληρωθεί το νούμερο.

Πού ακριβώς βρίσκεται η ευφυΐα; Ποια εξουσία στριμώχτηκε, ποια κοινωνική υποκρισία αποκαλύφθηκε; Ένας άνδρας με μικρόφωνο χρησιμοποίησε την καταγγελία μιας γυναίκας για να προκαλέσει γέλιο. Η πρόκληση ήταν εύκολη. Το κόστος θα το πλήρωνε εκείνη.

 

 

View this post on Instagram

 

A post shared by Vittorio (@vittorioangelone)

 

Το υλικό είχε κυκλοφορήσει το 2025 πίσω από συνδρομή. Ο Αντζελόνε επανέφερε αργότερα το συγκεκριμένο «αστείο» στο Instagram, δημοσιεύοντας σχετικό στιγμιότυπο. Τότε το έμαθε και η Γκούντουιν. Επομένως, μιλάμε και για την απόφαση να ξαναβγεί αυτό το περιεχόμενο προς τα έξω, να αποκτήσει νέο κοινό, να χρησιμοποιηθεί ξανά ως υλικό προβολής.

Η ίδια απάντησε στη δημοσιοποίησή του, λέγοντας ότι αισθάνεται ευγνώμων που δεν το είχε δει νωρίτερα, κοντά στην περίοδο της επίθεσης που κατήγγειλε, όταν βρισκόταν σε διαφορετική ψυχική κατάσταση. Σκέψου για λίγο τι σημαίνει αυτό. Να χρειάζεται μια γυναίκα να θεωρεί τύχη το ότι η δημόσια χλεύη της έφτασε αργότερα. Να έχει ήδη να διαχειριστεί όσα περιγράφει και να προστίθεται η ανακάλυψη ότι, κάπου αλλού, το όνομά της προκαλούσε γέλια.

Και μετά περιμένουμε από τις γυναίκες να μιλήσουν. Τους ζητάμε να καταγγείλουν, να εμπιστευτούν, να εκτεθούν, να περιγράψουν. Να βρουν τις λέξεις για πράγματα που δυσκολεύονται ακόμη και να σκεφτούν. Αλλά όταν μια γυναίκα το κάνει, η ιστορία της μπορεί να γίνει υλικό για μια ανδρική παρέα που διασκεδάζει εις βάρος της. Και ύστερα πρέπει να εξηγήσει και γιατί πληγώθηκε. Να επιχειρηματολογήσει για το αυτονόητο δικαίωμά της να μη γελούν με τον βιaσμό που κατήγγειλε.

Η Γκούντουιν είπε ότι καταλαβαίνει την κωμωδία, αλλά αυτό είναι από τα δυσκολότερα πράγματα που έχει περάσει και την πονάει. Μίλησε επίσης για ανθρώπους που θεωρούσε φίλους και οι οποίοι κάθονταν εκεί γελώντας, χωρίς τότε να επικοινωνήσουν μαζί της για να δουν αν είναι καλά.

Η ευθύνη δεν εξαντλείται σε αυτόν που κρατά το μικρόφωνο. Αφορά και το περιβάλλον που επιβραβεύει την ατάκα. Τους ανθρώπους που ακούν ένα πραγματικό όνομα και μια αναφορά σε βιασμό και αποφασίζουν ότι αξίζει χειροκρότημα. Τη διαδικασία μέσα από την οποία ένα τέτοιο στιγμιότυπο εγκρίνεται ως περιεχόμενο και φτάνει στο κοινό. Η αλληλεγγύη προς τις γυναίκες δοκιμάζεται ακριβώς εκεί: όταν ο άνθρωπος που πρέπει να σταματήσεις είναι φίλος σου, συνάδελφός σου, κάποιος που εκτιμάς. Όταν χρειάζεται να χαλάσεις την ατμόσφαιρα και να πεις «αυτό που κάνεις είναι τραγικό ρε φίλε». Οι αναρτήσεις υποστήριξης γράφονται εύκολα. Το να κόψεις το γέλιο στην παρέα απαιτεί να πάρεις θέση.

Και το επάγγελμα μιας γυναίκας, το περιεχόμενο που δημιουργεί, η δημόσια εικόνα της, δεν προσφέρουν σε κανέναν άδεια να την εξευτελίζει. Μια γυναίκα που εκτίθεται δημόσια εξακολουθεί να έχει όρια. Η σεξουαλικότητά της δεν ακυρώνει τη συναίνεσή της. Η ορατότητά της δε μετατρέπει την κακοποίησή της σε κοινόχρηστο υλικό.

Μετά τις αντιδράσεις, ο Αντζελόνε ζήτησε δημόσια συγγνώμη και δήλωσε ότι απολογήθηκε και προσωπικά στην Γκούντουιν. Αναγνώρισε ότι δεν έπρεπε να είχε κάνει το «αστείο», ότι δεν ήταν αστείο και ότι άφησε την ανάγκη του για επιβεβαίωση να υπερισχύσει των αρχών του. Αυτή η παραδοχή έχει σημασία και πρέπει να καταγραφεί.

Η Γκούντουιν ανέφερε στη συνέχεια ότι αναγνωρίζει την απολογία, χωρίς να την αποδέχεται πλήρως. Και δικαιούται να μη χαρίσει ένα βολικό τέλος στην ιστορία, ώστε όλοι οι υπόλοιποι να αισθανθούν καλύτερα. Η δημόσια κριτική, άλλωστε, αφορά κάτι πολύ ουσιαστικότερο από το αν ένας κωμικός κατάφερε να προκαλέσει γέλιο. Αφορά το ποιος γίνεται στόχος και ποιος καλείται να υποστεί τις συνέπειες. Όταν ο πόνος μιας γυναίκας χρησιμοποιείται για την επιβεβαίωση ενός άνδρα μπροστά στο κοινό του, ο μισογυνισμός δεν παύει να είναι μισογυνισμός επειδή ειπώθηκε μέσα σε ένα αστειάκι.