«Θέλω να γράψεις ένα ευγενικό αλλά ξεκάθαρο μήνυμα χωρισμού. Να μην είναι πολύ ψυχρό, να αναγνωρίζει τις όμορφες στιγμές που περάσαμε, αλλά να μην αφήνει περιθώρια επανασύνδεσης».

Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, το μήνυμα είναι έτοιμο. Έχει κατανόηση, σωστή δομή, προσεγμένες λέξεις και ακριβώς τόση συναισθηματική ζεστασιά ώστε να μη θυμίζει ανακοίνωση εταιρείας. Το αντιγράφεις, το στέλνεις και περιμένεις από ένα chatbot να ολοκληρώσει τη συζήτηση που εσύ δεν είχες το κουράγιο να ξεκινήσεις.

Κάποτε χωρίζαμε με ένα «πρέπει να μιλήσουμε». Μετά ήρθαν τα μηνύματα, τα ghostings και τα unfollow. Τώρα μπορούμε να αναθέσουμε ακόμη και το τέλος μιας σχέσης στην τεχνητή νοημοσύνη. Ο έρωτας μπορεί να παραμένει ανθρώπινος, αλλά η γραμματειακή υποστήριξη του χωρισμού έγινε ήδη αυτοματοποιημένη.

Η χρήση τεχνητής νοημοσύνης στις γνωριμίες δεν περιορίζεται πια στη δημιουργία ενός έξυπνου bio ή μιας ατάκας για να ανοίξει η συζήτηση. Άνθρωποι ζητούν από εφαρμογές να τους προτείνουν απαντήσεις, να ερμηνεύσουν τα μηνύματα που λαμβάνουν, να αναλύσουν καβγάδες και, τελικά, να τους βοηθήσουν να τερματίσουν μια σχέση. Έρευνα που πραγματοποιήθηκε για την εφαρμογή Wingmate έδειξε ότι το 41% των νεαρών ενηλίκων της Gen Z που συμμετείχαν είχε χρησιμοποιήσει AI για τη διαχείριση ερωτικών καταστάσεων, μεταξύ των οποίων μηνύματα χωρισμού, απολογίες και δύσκολες συζητήσεις. Το ποσοστό χρειάζεται να διαβαστεί ως αποτέλεσμα της συγκεκριμένης έρευνας και όχι ως χαρακτηριστικό μιας ολόκληρης γενιάς. Παρ’ όλα αυτά, δείχνει ότι το φαινόμενο δεν αποτελεί πλέον κάποια σπάνια, περίεργη ιστορία του διαδικτύου.

Και, για να είμαστε δίκαιοι, είναι εύκολο να καταλάβουμε γιατί συμβαίνει. Ο χωρισμός είναι μια από τις πιο άβολες συζητήσεις που καλούμαστε να κάνουμε. Φοβόμαστε ότι θα πληγώσουμε τον άλλον, ότι θα θυμώσει, ότι θα κλάψει ή ότι θα ζητήσει απαντήσεις που δεν ξέρουμε πώς να δώσουμε. Μπροστά σε μια λευκή οθόνη, ακόμη και το «δεν θέλω να συνεχίσουμε» μπορεί να μοιάζει αδύνατο να γραφτεί.

Το AI δεν αγχώνεται, δεν αισθάνεται ενοχές και δεν αλλάζει γνώμη στη μέση της πρότασης. Παίρνει όσα του λες και τα μετατρέπει σε ένα τακτοποιημένο μήνυμα, χωρίς σβησίματα, δεύτερες σκέψεις και τηλεφωνήματα στην κολλητή για να ρωτήσεις αν ακούγεσαι υπερβολικά σκληρή.

Δεν είναι απαραίτητα κακό να ζητήσεις βοήθεια για να οργανώσεις τις σκέψεις σου. Κάποιος μπορεί να γνωρίζει πολύ καλά ότι θέλει να τελειώσει μια σχέση, αλλά να δυσκολεύεται να το εκφράσει με σαφήνεια. Σε αυτή την περίπτωση, το AI μπορεί να λειτουργήσει όπως ένας φίλος που διαβάζει το μήνυμα πριν σταλεί και λέει: «Αυτό ακούγεται λίγο σκληρό» ή «Εδώ αφήνεις ελπίδες χωρίς να το θέλεις». Η διαφορά βρίσκεται στο πόσο από τον εαυτό σου παραδίδεις στο εργαλείο. Άλλο να ζητήσεις βοήθεια για να βρεις τις σωστές λέξεις και ύστερα να ξαναγράψεις το κείμενο με τη δική σου φωνή. Κι άλλο να αντιγράψεις αυτούσιο ένα μήνυμα για μια σχέση που το AI δεν έζησε, προς έναν άνθρωπο που δεν γνώρισε ποτέ. Γιατί ένα chatbot μπορεί να δημιουργήσει μια άψογη παράγραφο για «τις όμορφες στιγμές που θα θυμάσαι πάντα». Δεν ξέρει, όμως, ποιες ήταν αυτές οι στιγμές. Δεν γνωρίζει το αστείο που λέγατε μεταξύ σας, τη συζήτηση που άλλαξε τα πράγματα ή τη στιγμή που κατάλαβες ότι η σχέση είχε τελειώσει πριν το παραδεχτείτε.

Αν αφαιρέσεις όλες αυτές τις λεπτομέρειες, μπορεί να μείνει ένα μήνυμα ευγενικό αλλά τόσο γενικό, ώστε θα μπορούσε να σταλεί σε οποιονδήποτε. Και ίσως αυτό να πονά ακόμη περισσότερο: να ανακαλύπτεις ότι το τέλος μιας προσωπικής ιστορίας γράφτηκε με το ίδιο πρότυπο που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για χιλιάδες άλλους χωρισμούς.

Μπορεί ο άλλος να το καταλάβει;

Πιθανότατα ναι, ειδικά αν ο τρόπος γραφής δεν θυμίζει καθόλου τον άνθρωπο που γνώριζε. Αν κάποιος έγραφε επί δύο χρόνια «οκ μωρό, τα λέμε μετά» και ξαφνικά στείλει τέσσερις παραγράφους για «τη διαφορετική κατεύθυνση των προσωπικών σας διαδρομών», οι υποψίες θα γεννηθούν πριν φτάσει στη δεύτερη πρόταση.

Άνθρωποι που έχουν λάβει τέτοια μηνύματα περιγράφουν ακριβώς αυτή την αίσθηση: οι λέξεις μοιάζουν σωστές, αλλά δεν μοιάζουν με εκείνον που τις έστειλε. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, οι παραλήπτες προσπάθησαν να αναπαραγάγουν το μήνυμα δίνοντας σε chatbot τα πιθανά στοιχεία που είχε χρησιμοποιήσει ο σύντροφός τους και έλαβαν σχεδόν το ίδιο κείμενο.

Βέβαια, τα εργαλεία ανίχνευσης AI δεν μπορούν να αποδείξουν με βεβαιότητα ποιος έγραψε ένα κείμενο. Πολλές φορές το καταλαβαίνουμε απλώς επειδή γνωρίζουμε τον άνθρωπο. Ξέρουμε τις λέξεις που χρησιμοποιεί, τον τρόπο με τον οποίο αποφεύγει μια κουβέντα και το αν θα έγραφε ποτέ «εκτιμώ βαθιά το κοινό μας ταξίδι» χωρίς να τον απειλεί κάποιος.

Δεν απαιτούν όλες οι γνωριμίες συνάντηση με κεριά, δραματική μουσική και δίωρη ανάλυση. Αν έχουν προηγηθεί δύο ή τρία ραντεβού, ένα καθαρό και ευγενικό μήνυμα μπορεί να είναι απολύτως αρκετό. Το ίδιο ισχύει όταν μια διά ζώσης συζήτηση θα έθετε κάποιον σε κίνδυνο. Σε περιπτώσεις κακοποιητικής, απειλητικής ή ελεγκτικής συμπεριφοράς, η ασφάλεια έχει προτεραιότητα απέναντι σε οποιονδήποτε κανόνα «σωστού χωρισμού».

Όσο πιο βαθιά και μακροχρόνια είναι, όμως, μια σχέση, τόσο περισσότερο αξίζει έναν ανθρώπινο αποχαιρετισμό. Όχι επειδή υπάρχει ένας τέλειος τρόπος να χωρίσεις χωρίς να προκαλέσεις πόνο. Δεν υπάρχει. Υπάρχει, όμως, διαφορά ανάμεσα στο να δυσκολεύεσαι να βρεις τις λέξεις και στο να αρνείσαι να αναλάβεις την ευθύνη τους. Γιατί, στο τέλος, το «δεν φταις εσύ, εγώ φταίω» ήταν ήδη αρκετά απρόσωπο. Δεν χρειάζεται τώρα να το υπογράφει και το ChatGPT.