Οι άνθρωποι είναι το πιο περίεργο και πολύπλοκο είδος πάνω στον πλανήτη που μας δόθηκε να κατοικήσουμε. Ο καθένας με τη δική του ιδιοσυγκρασία και τη δική του ξεχωριστή ψυχοσύνθεση. Στις μέρες μας, όμως, έχει αναπτυχθεί ένα φαινόμενο, ένα συμπεριφορικό μοτίβο που το βλέπουμε να πληθαίνει και να παρουσιάζει, δυστυχώς, εκθετική αύξηση. Δεν θα ήθελα να το βάλω σε συγκεκριμένη ονομασία και πλαίσιο, όπως κυκλοφορεί κατά κόρον πλέον στα social media, γιατί πιστεύω ότι είναι πολύ πιο βαθύ από ό,τι το όνομά του. Θα ήθελα όμως να σας το περιγράψω, γιατί πάντοτε οι άνθρωποι μαθαίνουν να το αναγνωρίζουν καλύτερα έτσι.

Σκεφτείτε πως υπάρχει ένας πολύ βολικός τρόπος να αφαιρέσει κάποιος από πάνω του κάθε ευθύνη για μια έκρηξη που θα δεχτεί από έναν άλλον άνθρωπο, και αυτός δεν είναι άλλος από το να μιλάει μόνο για τη στιγμή που ο άλλος λύγισε και ποτέ για όλα όσα προηγήθηκαν. Ξεχνάει τις εκατό φορές που τον πίεσε, τις ειρωνείες, τις μικρές απαξιώσεις, τη σιωπή που χρησιμοποιήθηκε ως τιμωρία, εκείνα τα «υπερβάλλεις μωρέ», τα «ώχου, πάλι τα ίδια άρχισες», τα «αν με αγαπούσες, θα…» ή τα όρια που αγνοήθηκαν ξανά και ξανά.

Και όταν ο άλλος κάποια στιγμή ξεσπάσει, φωνάξει, κλάψει, κλείσει την πόρτα με θυμό ή πει κάτι που δεν θα έπρεπε να πει, τότε το δάχτυλο που τον δείχνει από απέναντι του λέει με απογοήτευση: «Είδες; Αυτός είναι ο πραγματικός σου χαρακτήρας!!!»

Ε, όχι. Μερικές φορές τελικά αυτό που βλέπεις δεν είναι ο χαρακτήρας κάποιου! Είναι το σημείο στο οποίο έφτασε. Και εδώ υπάρχει τεράστια διαφορά. Γιατί να σας πω κάτι μεταξύ μας; Η χειραγώγηση δεν μοιάζει, φίλοι μου, πάντοτε με χειραγώγηση.

Έχουμε, ξέρετε, μια πολύ κινηματογραφική εικόνα για τη συναισθηματική κακοποίηση, που περιλαμβάνει φωνές, απειλές ή έλεγχο. Έχουμε δηλαδή έναν άνθρωπο που ουρλιάζει και έναν που φοβάται. Όμως οφείλω να ομολογήσω πως η συναισθηματική χειραγώγηση μπορεί να είναι πολύ πιο αθόρυβη.

Και θα σκεφτεί κάποιος: μα πώς μπορεί να μοιάζει τελικά, αν όχι έτσι όπως την μάθαμε;

Θα σας πω πως μπορεί να είναι ένας άνθρωπος που σε κάνει να αμφιβάλλεις διαρκώς για το αν έχεις δικαίωμα να αισθάνεσαι αυτό που αισθάνεσαι. «Δεν έγινε έτσι, όπως τα λες», «Το φαντάζεσαι τώρα όλο αυτό», «Α, παρά είσαι ευαίσθητος/η», «Καλά, πάλι πρόβλημα δημιουργείς» ή το καλύτερο: «Δεν είσαι σε θέση να κάνεις ούτε μια φυσιολογική συζήτηση».

Και σιγά-σιγά και αθόρυβα αρχίζεις να μην εμπιστεύεσαι ούτε τον ίδιο σου τον εαυτό. Γιατί το κόλπο είναι να σε οδηγήσει στην αντίδραση που μετά, ως διά μαγείας, θα χρησιμοποιήσει εναντίον σου. Και αυτό είναι ένα από τα πιο ύπουλα μοτίβα.

Θέλω όμως να το δεις.

Αρχικά, κάποιος σε πιέζει. Εσύ τότε προσπαθείς να εξηγήσεις. Εκείνος όμως δεν ακούει. Εσύ τότε ξανά προσπαθείς. Αυτόματα εκείνος ακυρώνει αυτό που λες. Ασυναίσθητα προσπαθείς να βάλεις ένα όριο. Εκείνος όμως το παραβιάζει. Εσύ το ξαναλές. Σε ειρωνεύεται. Κάποια στιγμή όμως δεν αντέχεις, λυγίζεις, σπας.

Και έτσι, ξαφνικά, όλη η ιστορία ξεκινάει από εκείνο το σημείο.

«Κοίτα πώς μου μιλάς!», «Είσαι επιθετικός/ή», «Δεν είσαι καθόλου καλά» ή «Δεν μπορώ τελικά να συνεννοηθώ μαζί σου»!

Και τότε, όπως είπαμε, μαγικά, το αρχικό πρόβλημα εξαφανίζεται. Δεν συζητάμε πλέον ΤΙ προκάλεσε την έκρηξή σου, συζητάμε μόνο την έκρηξη!

Και εδώ σαφώς να διαχωρίσω ότι δεν σημαίνει πως μια έκρηξη είναι σωστή ή ότι κάποιος δεν έχει ευθύνη για τη συμπεριφορά του. Σαφώς και έχει. Αλλά συγνώμη, η ευθύνη δεν είναι μονόδρομος. Το ότι κάποιος αντέδρασε άσχημα δεν διαγράφει αυτόματα τα όσα προηγήθηκαν.

Δεν μπορούμε να βαφτίσουμε κάθε σύγκρουση «κακοποίηση», γιατί οι άνθρωποι και εκνευρίζονται και κάνουν λάθη και λένε πράγματα που μετανιώνουν. Έχουν τις κακές τους μέρες και αυτό είναι οκ.

Άλλο όμως η ανθρώπινη σύγκρουση και άλλο ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο, όπου ο ένας πιέζει, υποτιμά, παραβιάζει όρια ή προκαλεί συναισθηματική αποσταθεροποίηση και στη συνέχεια χρησιμοποιεί την αντίδραση του άλλου ως απόδειξη ότι εκείνος είναι το πρόβλημα. Αυτό δεν είναι ένας απλός καυγάς. Εδώ μιλάμε ξεκάθαρα για μια δυναμική που μπορεί να γίνει βαθιά καταστροφική.

Η δικαιολογία «εσύ με οδήγησες να στο κάνω αυτό», λυπάμαι αλλά δεν είναι καν δικαιολογία. Υπάρχει ευθύνη για κάθε πράξη και κάθε δράση φέρνει αντίδραση. Η πίεση θα φέρει θυμό, η αδικία αγανάκτηση, η παραβίαση των ορίων κατ’ εξακολούθηση μπορεί να έχει αλόγιστες συνέπειες κατά την έκρηξη του ατόμου.

Το να καταλάβεις τι σου προκάλεσε μια συμπεριφορά δεν σημαίνει ότι δικαιολογείς τη δική σου, όμως η ωριμότητα και η γνώση σε οδηγούν να πεις «δεν ήταν σωστό που σου μίλησα έτσι», αλλά ταυτόχρονα να αναγνωρίσεις πως δεν ήταν σωστό ούτε αυτό που προηγήθηκε. Το ένα δεν ακυρώνει το άλλο.

Η ενοχή, εξάλλου, παιδιά, είναι ένα από τα πιο εύκολα εργαλεία ελέγχου και, όταν ιδίως στην δημιουργούν άτομα τα οποία έχουν τη γνώση να το κάνουν, είναι όντως αθόρυβη και ύπουλη.

Φράσεις όπως: «Μετά από όλα όσα έχω κάνει για σένα;», «Πραγματικά με απογοήτευσες», «Δεν το βλέπεις ότι εσύ με ανάγκασες να συμπεριφερθώ έτσι;» ή «Κοίτα τι μου κάνεις τώρα και στο κάνω αυτό!». Φράσεις που μπορούν να μετατρέψουν μια συζήτηση για συμπεριφορά σε ξεκάθαρη δίκη χαρακτήρα.

Και τότε ο άνθρωπος που πήγε να μιλήσει για κάτι που τον πλήγωσε βρίσκεται να απολογείται επειδή τόλμησε να το αναφέρει. Αυτό είναι το σημείο που πρέπει το εσωτερικό σας λαμπάκι να ανάψει.

Όχι επειδή κάθε ενοχή είναι χειραγώγηση, αλλά επειδή μια υγιής σχέση επιτρέπει και στους δύο να λένε: «Ξέρεις, αυτό που μου έκανες με πλήγωσε», χωρίς να φοβάται καμία πλευρά ότι θα τιμωρηθεί επειδή εξέφρασε την εμπειρία της.

Και υπάρχει και η σιωπή. Και ναι, κάθε σιωπή δεν είναι κακοποίηση. Μερικές φορές θέλει ο άλλος τον χρόνο του να ηρεμήσει. Δεν μιλάω για αυτήν τη σιωπή που είναι εποικοδομητική. Αναφέρομαι όμως σε εκείνη του «θα σε αγνοήσω μέχρι να καταλάβεις ποιος έχει το πάνω χέρι». Η πρώτη είναι αυτορρύθμιση και η δεύτερη είναι τιμωρία.

Και αυτό είναι που κάνει τη χειραγώγηση τόσο δύσκολη να αναγνωριστεί. Δεν βρίσκεται πάντα στις λέξεις, αλλά βρίσκεται στο μοτίβο και στη λειτουργία της συμπεριφοράς.

Όταν λοιπόν φτάσεις στο σημείο να αντιδράσεις μετά από υπερχείλιση των όσων έχεις καταπιεί, μπορεί να ακούσεις το περιβόητο: «Δεν σε αναγνωρίζω πια».

Είναι εντάξει, γιατί τόσο καιρό δεν σου επιτρεπόταν απλώς να είσαι ολόκληρος.

Η συναισθηματική κακοποίηση δεν χρειάζεται να αφήσει μελανιά. Αυτό είναι το πιο βασικό στερεότυπο που καλούμαστε να σπάσουμε. Δεν χρειάζεται κάποιος να σου φωνάζει κάθε μέρα, να σε βρίζει, να σε κλειδώνει, να σε μικραίνει λίγο-λίγο, να αμφισβητεί την αντίληψή σου, να ακυρώνει τα συναισθήματά σου, να μετακινεί συνεχώς τα όριά σου, να χρησιμοποιεί την ενοχή για να σε κρατάει στη θέση σου ή να σε κάνει τελικά να πιστέψεις ότι εσύ είσαι το πρόβλημα επειδή δεν άντεξες άλλο.

Ένα ποτήρι, φίλοι μου, δεν σπάει μόνο επειδή είναι από γυαλί. Υπάρχουν και εκείνες οι στιγμές που σπάει επειδή δέχτηκε περισσότερη πίεση από όση μπορούσε το υλικό του να αντέξει.

Να έχετε λοιπόν το θάρρος να κοιτάτε ολόκληρη την εικόνα.

Γιατί πολλές φορές η πραγματική δύναμη δεν είναι να κάνεις έναν άνθρωπο να λυγίσει και μετά να του δείξεις το λύγισμά του ως απόδειξη εναντίον του, αλλά να πεις: «Σε πίεσα, δεν άκουσα τα όριά σου και, όταν αντέδρασες, αντί να κοιτάξω τι προηγήθηκε, σε έβγαλα τρελό, υπερβολικό και δύσκολο».

Και αυτή η παραδοχή θέλει πολύ-πολύ θάρρος!

Συντάκτης: Φραγκούλα Χατζηαγόρου