Κανείς δεν μιλά αρκετά για την ενοχή που αισθάνεσαι όταν είσαι εσύ που αποφασίζεις να φύγεις. Όταν δεν σε εγκαταλείπουν, δεν σε απομακρύνουν και δεν παίρνουν την απόφαση για εσένα. Αυτή τη φορά, είσαι εσύ που κλείνεις την πόρτα, ακόμη κι αν τα χέρια σου τρέμουν καθώς το κάνεις.

Ίσως να έχεις προσπαθήσει πολλές φορές να μείνεις. Να έδωσες δεύτερες ευκαιρίες, να έκανες υπομονή και να έπεισες τον εαυτό σου ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να αλλάξουν. Όταν όμως, συνειδητοποιείς ότι η παραμονή σε πληγώνει περισσότερο από την αποχώρηση, το να φύγεις γίνεται αναγκαίο. Και πάλι αναρωτιέσαι: μήπως έπρεπε να προσπαθήσεις λίγο ακόμη;

Μπορεί να γνωρίζεις ότι πήρες τη σωστή απόφαση και ταυτόχρονα να αισθάνεσαι άσχημα για τον πόνο που προκάλεσε. Η ενοχή δεν σημαίνει πάντοτε ότι έκανες λάθος. Μερικές φορές σημαίνει απλώς ότι η απόφαση σου πλήγωσε έναν άνθρωπο που δεν ήθελες ποτέ να πληγώσεις. Και αυτό είναι ίσως το δυσκολότερο σημείο: να πληγώνεις έναν άνθρωπο που σε αγάπησε πολύ, σου φέρθηκε όμορφα και σου πρόσφερε ηρεμία, ενώ γνωρίζεις ότι δεν είναι ο άνθρωπος με τον οποίο θέλεις να περάσεις το υπόλοιπο της ζωής σου.

Αναρωτιέσαι πώς μπορείς να φύγεις, ειδικά όταν ίσως είναι η πρώτη φορά που αισθάνεσαι ότι κάποιος σε αγαπά τόσο πολύ. Και αυτό είναι τόσο όμορφο, που σε κάνει να συνεχίζεις να μένεις. Φυσικά αγαπάς κι εσύ. Θέλεις να φροντίζεις αυτόν τον άνθρωπο και να τον βλέπεις χαρούμενο. Υπάρχει όμως, μια μικρή φωνή μέσα σου που επιμένει ότι ίσως δεν ταιριάζετε όσο θα θέλατε. Επιλέγεις να την αγνοήσεις, επειδή πιστεύεις ότι έχετε ακόμη πολλά να ζήσετε μαζί. Μόνο που, σιγά σιγά, αρχίζεις να χάνεις τον εαυτό σου. Προσπαθείς τόσο πολύ να προστατεύσεις τον άλλον από τον πόνο, ώστε δεν αντιλαμβάνεσαι πόσο πληγώνεις εσένα παραμένοντας σε μια ζωή που δεν σε εκφράζει πια.

Και τότε αρχίζει η υπερανάλυση. Πότε ξεκίνησε αυτός ο δισταγμός; Υπήρξε μια συγκεκριμένη στιγμή ή η αμφιβολία ήταν πάντα εκεί και εσύ απλώς επέλεγες να αγνοείς τη φωνή μέσα σου; Όταν δεν υπάρχει κανείς γύρω σου, όταν μένεις μόνο με την αντανάκλαση των συναισθημάτων σου, δεν μπορείς πια να κρυφτείς από όσα νιώθεις. Στεναχωριέσαι για τον άλλον, για εσένα, για όλα όσα ζήσατε και για όλα όσα κάποτε φανταστήκατε ότι θα ζούσατε.

Το ότι διαλέγεις να φύγεις δεν σημαίνει ότι χαίρεσαι. Όχι σε όλες τις περιπτώσεις, τουλάχιστον. Πονάς πολύ. Σκέφτεσαι: «Πώς θα πληγώσω τον άνθρωπο που έχω απέναντι μου; Πώς γίνεται να σβήσω το χαμόγελο και να προκαλέσω πόνο;» Κι ενώ αναρωτιέσαι πώς θα αντέξεις να το κάνεις, έχεις ήδη πλαντάξει στο κλάμα μόνο και μόνο στη σκέψη.

Γιατί υπάρχει μια παράξενη αδικία στο να είσαι αυτός που φεύγει: στα μάτια του άλλου είσαι εκείνος που πήρε την απόφαση. Εκείνος που επέλεξε το τέλος. Μόνο εσύ όμως, γνωρίζεις πόσες φορές προσπάθησες να μείνεις πριν αποφασίσεις να φύγεις. Πόσες φορές αμφισβήτησες όσα ένιωθες, πόσες φορές είπες «λίγο ακόμη» και πόσο θα ήθελες ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά. Το να συνεχίσεις θα ήταν ίσως πιο εύκολο εκείνη τη στιγμή, αλλά θα ήταν και εγωιστικό. Θα σήμαινε να παραμείνεις σε κάτι που γνωρίζεις ότι δεν θέλεις πια, μόνο και μόνο για να μη χρειαστεί να δεις τον άλλον να πονάει. Μακροπρόθεσμα όμως, η προσποίηση θα πλήγωνε περισσότερο και τους δυο σας.

Και τότε βρίσκεσαι μπροστά σε ένα σταυροδρόμι. Από τη μία, μπορείς να μείνεις, γνωρίζοντας ότι ο άνθρωπος δίπλα σου είναι ακόμη χαρούμενος, χωρίς όμως να ξέρεις για πόσο μπορεί να συνεχιστεί αυτή η ευτυχία. Από την άλλη, μπορείς να πεις την αλήθεια και να προκαλέσεις τον πόνο που τόσο καιρό προσπαθούσες να αποφύγεις. Επιλέγεις τελικά να φύγεις. Και μαζί με τη σχέση δεν αποχαιρετάς μόνο έναν άνθρωπο. Αποχαιρετάς συνήθειες, στιγμές, σχέδια και μια εκδοχή του μέλλοντος που κάποτε πίστευες ότι θα ζήσεις. Το ότι η απόφαση ήταν δική σου δεν σημαίνει ότι δεν δικαιούσαι να πενθήσεις όλα όσα αφήνεις πίσω.

Ίσως αυτό ξεχνάμε όταν μιλάμε για χωρισμούς. Θεωρούμε ότι αυτός που μένει πίσω είναι εκείνος που πονάει και αυτός που φεύγει είναι εκείνος που έχει ήδη προχωρήσει. Δεν είναι πάντα έτσι. Μερικές φορές αυτός που φεύγει κλαίει πριν καν κλείσει την πόρτα. Απλώς πρέπει να κουβαλήσει μαζί με τη θλίψη και την ενοχή ότι ήταν το δικό του χέρι που την έκλεισε.

Δεν χρειάζεται να ακυρώσεις όσα ζήσατε για να δικαιολογήσεις την απόφασηη σου. Μπορεί μια σχέση να ήταν όμορφη, να υπήρξε αγάπη και να σου πρόσφερε πράγματα που θα κουβαλάς πάντα μαζί σου και παρ’ όλα αυτά να έφτασε στο τέλος της.

Κάποια στιγμή τα χέρια σου σταματούν να τρέμουν. Όχι επειδή σταμάτησες να νοιάζεσαι. Ούτε επειδή έπαψες να πονάς. Αλλά επειδή καταλαβαίνεις ότι το να μείνεις από ενοχή δεν θα ήταν αγάπη.

Και τότε κλείνεις την πόρτα.

Όχι επειδή ήταν εύκολο να φύγεις, αλλά επειδή το γεγονός ότι μια απόφαση πονάει δεν σημαίνει ότι είναι και λάθος.

Συντάκτης: Μαρίζα Σούλο