Δεν είναι τα 20. Στα 20 ήσουν άυπνος επειδή γούσταρες. Ξενυχτούσες, έπινες, ερωτευόσουν, και την άλλη μέρα πήγαινες για μάθημα λες και δεν συνέβη τίποτα. Στα 40 είσαι άυπνος επειδή απλά… ζεις.
Ξυπνάς το πρωί και για τρία δευτερόλεπτα νιώθεις ξεκούραστος. Μέχρι να πας να σηκωθείς και να ακούσεις το γόνατό σου να κάνει έναν ήχο που δεν έπρεπε να κάνει ανθρώπινο γόνατο. Κάνεις ένα «αχ» που παλιά το έκαναν οι θείοι σου όταν έσκυβαν να πιάσουν το τηλεκοντρόλ και έλεγες «υπερβολές». Τώρα το κάνεις κι εσύ. Και το χειρότερο; Το κάνεις για να δέσεις τα κορδόνια σου.
Και εκεί ξεκινάει η μέρα. Είσαι το κέντρο εξυπηρέτησης όλου του πλανήτη. Το τηλέφωνο χτυπάει και είναι η μάνα σου να σε ρωτήσει αν το ρύζι θέλει πλύσιμο, αν το Viber της κόλλησε, και αν αυτός που της έστειλε μήνυμα ότι κέρδισε 800.000 ευρώ από τον πρίγκιπα της Νιγηρίας είναι αληθινός. Κλείνεις, και μπαίνει το παιδί στην κουζίνα μισοκοιμισμένο και σε ρωτάει τι έχει να φάει ενώ δεν του αρέσει τίποτα από ό,τι έχει να φάει. Και κάπου ανάμεσα προσπαθείς να θυμηθείς αν εσύ έφαγες. Ή αν πλήρωσες το ρεύμα. Ή γιατί μπήκες στην κουζίνα. Στέκεσαι μπροστά στο ψυγείο, το κοιτάς, και σκέφτεσαι «γιατί ήρθα εδώ;».
Αυτό είναι η φάση του σάντουιτς. Σε τρώνε από πάνω και από κάτω. Από πάνω οι γονείς σου που ξαφνικά έγινες εσύ ο γονιός τους. Πρέπει να τους κλείσεις γιατρούς, να τους εξηγήσεις το TAXISnet, να τους πεις να μην βλέπουν ειδήσεις 9 ώρες σερί γιατί θα πάθουν έμφραγμα. Από κάτω τα παιδιά, ο σκύλος, η σχέση, η δουλειά, όλοι. Όλοι θέλουν κάτι από εσένα και εσύ είσαι αυτός που αν λυγίσει, λυγίζουν όλοι. Και δεν μπορείς να λυγίσεις. Οπότε απλά κάθεσαι για δέκα λεπτά στο αυτοκίνητο πριν μπεις σπίτι. Σβηστή μηχανή. Κανείς δεν σου μιλάει. Αυτό είναι το spa σου στα 40. Μυρωδιά αποσμητικό βανίλια και απόλυτη ησυχία.
Μετά είναι τα οικονομικά. Αυτό είναι το καλύτερο ανέκδοτο. Στα 20 είχες 50 ευρώ και έβγαζες μήνα, έβγαινες, πλήρωνες και σου περίσσευαν και 5 ευρώ για πιτόγυρο. Τώρα έχεις κανονικό μισθό και στις 19 του μήνα ανοίγεις το e-banking και βλέπεις 124,37 ευρώ και σκέφτεσαι «εντάξει, είμαστε πλούσιοι μέχρι την Τρίτη». Ενοίκιο, δάνειο, σούπερ μάρκετ που πλέον θες να πάρεις δάνειο για να μπεις μέσα, φροντιστήρια, ασφάλειες, ΕΝΦΙΑ, βενζίνη, το παπούτσι που αναβοσβήνει που θέλει το παιδί. Και σου λένε όλοι «κάνε αποταμίευση». Τι να αποταμιεύσω; Την υπομονή μου αποταμιεύω και πάλι μου βγαίνει μείον.
Και πας στη δουλειά. Εκεί που στα 20 ονειρευόσουν να αλλάξεις τον κόσμο, τώρα ονειρεύεσαι απλά να βρεις θέση πάρκινγκ κοντά στο σπίτι. Δεν είσαι πια ο junior που μαθαίνει. Είσαι αυτός που πρέπει να ξέρει. Να λύσει προβλήματα άλλων, να πάρει αποφάσεις, να πει «όλα καλά, προχωράμε» ενώ μέσα σου θες να φωνάξεις. Και δίπλα σου έχεις τον 27χρονο συνάδελφο που ήρθε με το ποδήλατο, ήπιε matcha, έτρεξε 10 χιλιόμετρα πριν έρθει και σου λέει «μήπως να κάνουμε ένα brainstorming με post-its και ένα challenge ευγνωμοσύνης;». Και εσύ τον κοιτάς με τον καφέ στο χέρι, με τέσσερις ώρες ύπνο και έναν λογαριασμό 300 ευρώ ΔΕΗ στο κεφάλι και σκέφτεσαι «αγόρι μου, εγώ είμαι ευγνώμων που δουλεύει το ασανσέρ και δεν ανέβηκα με τα πόδια».
Το σώμα, τώρα, έχει γίνει passive-aggressive συγκάτοικος. Μέχρι τα 35 σε συγχωρούσε. Ξενύχτι, πίτσες, καθισιό, το διόρθωνε μόνο του. Τώρα δεν συγχωρεί τίποτα. Τρως μια πίτσα το βράδυ και την κουβαλάς για τρεις μέρες σαν ενοχή. Πίνεις ενάμισι ποτήρι κρασί και την άλλη μέρα ξυπνάς και θες διαθήκη, όχι Depon. Κάνεις την προπόνηση που έκανες στα 28 και μετά θες φυσιοθεραπευτή, οστεοπαθητικό και τρεις μέρες άδεια. Και το πιο ταπεινωτικό απ’ όλα: δεν βλέπεις κοντά. Αρχίζεις να τεντώνεις το χέρι με το κινητό λες και διαβάζεις πάπυρο. Σε λίγο θα χρειάζεσαι selfie stick για να δεις ποιος σου έστειλε μήνυμα στο Viber.
Και η σχέση; Η πιο συχνή ερωτική φαντασiωση στα 40 δεν είναι κάτι που θα δεις σε ταινία. Είναι να κοιμηθείς οχτώ ώρες σερί χωρίς να σε κλωτσήσει κανείς, χωρίς να χτυπήσει συναγερμός, χωρίς να γαβγίσει ο σκύλος. Παρασκευή βράδυ, παλιά έλεγες «πού θα βγούμε;». Τώρα λες «αν με πάρει ο ύπνος στον καναπέ στις εννιάμιση, άσε με εκεί, μην με ξυπνήσεις, είμαι ευτυχισμένος». Η συζήτηση με τον άνθρωπό σου έχει πάει από «πού θα ταξιδέψουμε» στο «πλήρωσες τον ΕΝΦΙΑ; Πήρες χαρτί υγείας; Έβγαλες τα σκουπίδια;».
Ακόμα και οι φίλοι σου είναι κουρασμένοι. Έχετε ένα group που το λένε «ΑΓΑΠΕΣ ΜΟΥ ❤️» που έχει να μιλήσει τρεις μήνες. Όλοι γράφουν «να βρεθούμε επιτέλους!» και κανείς δεν βρίσκεται γιατί ο ένας έχει πυρετό, ο άλλος παιδίατρο, ο άλλος δεν μπορεί να χάσει το pilates. Και όταν επιτέλους τα καταφέρνετε, περνάτε τις δύο πρώτες ώρες λέγοντας πόσο πτώματα είστε. Και είναι η καλύτερη έξοδος του μήνα.
Κι όμως. Μέσα σε όλη αυτή την κούραση, στα 40 συμβαίνει κάτι που δεν συνέβη ποτέ πριν. Σταματάς να προσποιείσαι. Δεν σε νοιάζει αν η μπλούζα σου είναι της μόδας, σε νοιάζει να μη σε στενεύει στην κοιλιά. Δεν λες ναι σε όλα. Λες «δεν μπορώ σήμερα, έχω…» και δεν εξηγείς καν τι έχεις. Μπορεί να έχεις απλά όρεξη να μείνεις με τις πυτζάμες και να μην μιλήσεις σε κανέναν. Και για πρώτη φορά δεν νιώθεις τόσο ένοχος γι’ αυτό.
Και ξέρεις ποια είναι η αλήθεια; Ότι δεν είσαι κουρασμένος επειδή κάνεις κάτι λάθος. Είσαι κουρασμένος επειδή για πρώτη φορά στη ζωή σου τα κάνεις ΟΛΑ σωστά.
Πληρώνεις. Φροντίζεις. Κρατάς. Αντέχεις. Είσαι ο άνθρωπος που παίρνουν τηλέφωνο όταν κάτι χαλάσει. Είσαι αυτός που δεν έχει την πολυτέλεια να καταρρεύσει, οπότε απλά… δεν καταρρέει. Σκύβει λίγο, πονάει η μέση του, λέει “άστο, θα περάσει” και συνεχίζει.
Στα 20 νόμιζες ότι κούραση είναι να μην κοιμηθείς ένα βράδυ. Στα 40 κατάλαβες ότι κούραση είναι να μην κοιμηθείς καλά για 10 χρόνια και παρόλα αυτά να σηκώνεσαι κάθε πρωί και να είσαι εκεί. Για όλους.
Γι’ αυτό σταμάτα να μετράς πόσα δεν πρόλαβες. Μέτρα πόσα κρατάς όρθια χωρίς κανείς να στο αναγνωρίζει. Το σπίτι που δεν κατέρρευσε. Το παιδί που μεγάλωσε. Ο γονιός σου που ακόμα γελάει. Η σχέση που ακόμα αντέχει, ακόμα κι αν είναι με πιτζάμες στον καναπέ. Η δουλειά που, όσο σιχαμερή κι αν είναι μερικές φορές, πληρώνει το νοίκι.
Δεν είσαι πίσω. Δεν είσαι χαμένος. Είσαι ακριβώς εκεί που πρέπει να είσαι: στη μέση της πιο δύσκολης, πιο άχαρης, πιο αόρατης και πιο ηρωικής δεκαετίας.
Οπότε όχι, δεν θα σου πω “κάνε διαλογισμό και πιες νερό με λεμόνι”. Θα σου πω αυτό:
Κλείσε το κινητό. Βάλε τα πιο χάλια ρούχα που έχεις. Ξάπλωσε στο πάτωμα για πέντε λεπτά. Όχι για να γίνεις παραγωγικός μετά. Όχι για να “φορτίσεις μπαταρίες”. Για κανέναν λόγο. Απλά επειδή μπορείς. Και επειδή το αξίζεις.
Τα πιάτα θα σε περιμένουν. Οι λογαριασμοί θα σε περιμένουν. Όλοι θα σε περιμένουν.
Για πέντε λεπτά, μην περιμένεις εσύ κανέναν.
